Συνήθως τέτοια κείμενα ξεκινάνε με έναν εξορκισμό. Έναν εξορκισμό της βίας (γενικά, «απ’ όπου κι προέρχεται») και της δράσης του Δημήτρη Κουφοντίνα. Δεν θα ξεκινήσουμε έτσι.

Αφενός γιατί δεν χρειάζεται, καθώς για τους γνωρίζοντες η αναρχική μας σκέψη και δράση και η αντίστοιχη του Κουφοντίνα και της οργάνωσής της 17Ν χωρίζονται με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο φύσει και θέσει. Αφετέρου, στην παρούσα χρονική στιγμή δεν έχει καμιά σημασία. Ούτε πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης πρόκειται να δώσουμε ούτε να αναλωθούμε σε ιδεολογικές αναφορές και αναλύσεις.

Πλέον η κατάσταση κοντεύει να φτάσει σε ένα μη αναστρέψιμο σημείο, ενώ αυτό που πολύ σωστά έχει ονομαστεί «σύγχρονος ολοκληρωτισμός» δείχνει ολοένα και περισσότερο το φρικτό του περίβλημα. Αυτές τις μέρες ξυπνάμε και κοιμόμαστε με μια αγωνία. Με ένα μούδιασμα στο στομάχι και έναν κόμπο στον λαιμό. Έχουμε δίπλα μας το κινητό μην τυχόν και ακούσουμε κάτι δυσάρεστο. Οι εξελίξεις τρέχουν και δεν ξέρουμε ακόμα την έκβασή τους, αλλά προσπαθούμε να διατηρήσουμε την ψυχραιμία και την αισιοδοξία μας. Στέλνουμε ευχές να μην θρηνήσουμε νεκρό απεργό πείνας και κατάρες στην κρατική πολιτική και την αναπαραγωγή της από καλοθελητές που σε άλλες περιπτώσεις θα ωρύονταν στον δημόσιο διάλογο με «δημοκρατικά» και «ανθρωπιστικά» επιχειρήματα. Ό,τι κι αν γίνει όμως, το σίγουρο δεδομένο είναι η εγκληματική πολιτική του κράτους. Γιατί μιλάμε σίγουρα για απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, για συνέχιση της πολιτικής που στοχοποιεί ολόκληρους πληθυσμούς των οποίων οι ζωές δεν έχουν σημασία, από τη στιγμή που ο διάλογος, οι κινήσεις και ο συνολικός χειρισμός δεν βάζουν καν στην εξίσωση την ανθρώπινη ζωή, αλλά εντέλει το πολιτικό κόστος.

Κι εδώ κάπου η συζήτηση γυρνάει γύρω από τις λέξεις «δολοφόνος» και τα ευχολόγια του τύπου «να ψοφήσει, αφού κι ο ίδιος έχει αφαιρέσει τόσες ζωές», σημάδια της επιτυχημένης κρατικής προπαγάνδας, της αποπολιτικοποίησης και της συντηρητικοποίησης ενός κομματιού της κοινωνίας. Η γενιά του Κουφοντίνα, η γενιά των ζυμώσεων του Πολυτεχνείου και των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης έχει πατήσει ή κοντεύει τα 70. Η ιστορική μνήμη χάνεται μέσα στον συνεχή βούρκο του απόλυτου ελέγχου των μμε και της αποπολιτικοποίησης μεγάλου μέρους των νεότερων γενιών. Εξού και η πρόσδοση ενός απρόσωπου χαρακτήρα των «θυμάτων» για να πάρουν τον χαρακτήρα αθώων προσώπων που δολοφονήθηκαν από αμετανόητους και ψυχοπαθείς εκτελεστές. Μιλάμε για βασανιστές της χούντας που -απολαμβάνοντας την κρατική ασυλία και προερχόμενοι από τα σπλάχνα του ακροδεξιού παρακρατικού μηχανισμού- έκοβαν βόλτες άνετοι και ελεύθεροι και γελούσαν με τα κατορθώματά τους, μέλη αγγλικών και αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών που δεν έχουν αφήσει ούτε κοραλλιογενείς υφάλους του Ειρηνικού χωρίς αιματοκύλισμα, εφοπλιστές που βούλιαζαν καράβια με ανθρώπινες ψυχές για να πάρουν αποζημιώσεις. Αυτό φυσικά δε σημαίνει οτι δικαιολογούμε αναλύσεις και λογικές για “παράπλευρες απώλειες”. Η εκάστοτε δράση πρέπει να μπαίνει στο αντίστοιχο ιστορικό πλαίσιο κι όχι να αποκόβεται τεχνηέντως για να δημιουργήσει ένα συγκεκριμένο μοτίβο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μας.

Κι έπειτα υπάρχουν κι άλλα «ακράδαντα» επιχειρήματα στη δημόσια σφαίρα: ότι δεν θα γινόταν το ίδιο αν το έκανε ένας ακροδεξιός κρατούμενος ή ότι ζητάει τη βοήθεια του αστικού κράτους, ενώ δεν πιστεύει σε αυτό. Για το πρώτο δεν έχουμε να πούμε πολλά, καθώς πάλι απαντάει η ιστορία για μας. Μπορούμε να μάθουμε παραδείγματα ακροδεξιών απεργών πείνας ή έστω ακροδεξιών που καταπατήθηκαν τα δικαιώματά τους στη φυλακή; Και στην Ελλάδα συγκεκριμένα; Όσο κι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν ακόμα και το συγκεκριμένο γεγονός για να προωθήσουν την ατζέντα των δύο άκρων, η ίδια η πραγματικότητα τους διαψεύδει. Γιατί με κανέναν τρόπο και με κανένα νοητικό άλμα δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση των αγωνιστών που καθημερινά στοχοποιούνται και δέχονται την καταστολή και πολλές φορές τη στέρηση της ελευθερίας τους με εκατοντάδες ευφάνταστα νομικά τερτίπια, με τους ακροδεξιούς και φασίστες, χρήσιμους συνοδοιπόρους του συστήματος που όσες φορές βρέθηκαν στη φυλακή ήταν είτε λόγω διατήρησης πολιτικών ισορροπιών και με δεδομένη μια κινηματική δυναμική (δίκη ΧΑ) είτε λόγω προσχημάτων (ΑΜΕ κτλ.) είτε κάποιες φορές τυχαία. Τα παραδείγματα άπειρα, όπως και η ασυλία διάφορων φασιστικών γκρουπούσκουλων, ενώ το μόνο που είδαμε ήταν προνομιακή διαχείριση και κρατική προστασία. Για να μιλάμε βάσει της πραγματικότητας κι όχι βάσει κάποιας προβολής της σε μια φαντασιακή ρητορική.

Όσον αφορά τώρα τη διεκδίκηση αιτημάτων από τους κρατούμενους, απλά να θυμίσουμε ότι τα δικαιώματα των κρατουμένων (όπως και σε κάθε άλλο πεδίο της κοινωνικής ζωής) είναι αποτέλεσμα αγώνων κι όχι κρατικής χάριτος. Σκληρών αγώνων που κόστισαν περισσότερο χρόνο στέρησης της ελευθερίας με την εκδικητική μανία του κράτους να πέφτει με βία πάνω σε πολλούς αγωνιστές κρατούμενους. Όπως αντίστοιχα οι κατακτήσεις του εργατικού ή φοιτητικού κινήματος δεν ήταν κρατικές παραχωρήσεις, αλλά κινηματικά κεκτημένα. Εύκολο να το ξεχνάμε όταν όλα τίθενται υπό αμφισβήτηση σε μια εντεινόμενη επίθεση που πραγματοποιούν κράτος και κεφάλαιο τις τελευταίες δεκαετίες ενάντια στην κοινωνική βάση.

Μια επίθεση που γίνεται συνεχώς βιαιότερη και σκληρότερη. Δεν ξέρουμε εάν μπορούμε να μιλήσουμε για μια περίπτωση «στρατηγικής της έντασης». Ξέρουμε όμως ότι το κράτος δείχνει ξεδιάντροπα την εγκληματική πολιτική του και προσπαθεί να σύρει τον κόσμο του αγώνα σε μια σύγκρουση σε ένα πεδίο που θεωρεί προνομιακό και πιστεύει ότι έχει μεγαλύτερο βαθμό κοινωνικής νομιμοποίησης σε σχέση με άλλα προκειμένου να εδραιώσει το απολυταρχικό του πλαίσιο. Κι εδώ είναι που το κίνημα πρέπει να σταθεί στο ύψος του, να προσέξει τις κινήσεις του και να προσπαθήσει να ενεργοποιήσει τα ανοιχτά και ζωντανά κοινωνικά πεδία. Δυστυχώς το παράδοξο με τον Κουφοντίνα είναι πως δεν τον στηρίζει ο πολιτικός του χώρος, δηλαδή η αριστερά, με ορισμένες εξαιρέσεις φυσικά. Περισσότερο τον βοήθησαν νομικοί και δικαστικοί κύκλοι παρά η πλειοψηφία του κόσμου της αριστεράς που σπεύδει συνεχώς να κάνει δηλώσεις νομιμότητας και καταδίκης της βίας. Κι από την άλλη υπάρχει η αλαζονεία του κράτους που οδηγεί την κατάσταση σε ένα έκρυθμο πλαίσιο, έχοντας κατά νου τον απόλυτο έλεγχο των μμε. Μέσω της παγίδας που στήνει, προσπαθεί να ενισχύσει τον ολοκληρωτισμό της.

Κι όχι, δεν πρόκειται για χούντα ούτε για φασισμό. Πρόκειται για ένα κράτος που προσπαθεί να δημιουργεί συνεχώς «καταστάσεις εξαίρεσης», να εκμηδενίζει διαρκώς τις ζωές ολόκληρων πληθυσμών, να ελέγχει τους υπηκόους του και να φτωχοποιεί τον πληθυσμό. Ένα φαινόμενο παγκόσμιο. Δεν είμαστε ούτε στη Βόρεια Ιρλανδία των «Ταραχών» ούτε στην Ιταλία των «μολυβένιων χρόνων». Μπορούμε να σκιαγραφήσουμε όμως το περίγραμμα της κατάστασης. Δεν ξέρουμε ποια θα είναι η έκβαση. Αν μας βρει στον δρόμο, πρέπει να φροντίσουμε να γίνει με τους καλύτερους δυνατούς όρους· να εμπνεύσουμε περισσότερους συντρόφους και συντρόφισσες, να συνδέσουμε τους αγώνες. Το κράτος επιλέγει τη σύγκρουση. Εκτός, όμως από το απρόβλεπτο της καταστολής, υπάρχει και μια κοινωνία που βράζει. Η διαμαρτυρία για τον Κουφοντίνα μπορεί να μην μείνει μόνο εκεί. Στο χέρι μας είναι. Δεν ξέρουμε αν ζούμε στην εποχή των τεράτων λίγο προτού γεννηθεί το καινούριο, όπως έλεγε ο Γκράμσι. Ξέρουμε όμως ότι θα τα αντιμετωπίσουμε αυτά τα τέρατα.