Από τους ινδιάνικους καταυλισμούς της Αμερικής ως την Παλαιστίνη και τα στρατόπεδα προσφύγων – Αναδημοσίευση από το μυθιστόρημα Anima του Wajdi Mouawad

Στις 12 Οκτώβρη οι κυρίαρχοι γιόρτασαν με τυμπανοκρουσίες και παρελάσεις την «ανακάλυψη της Αμερικής», την «ημέρα του Κολόμβου», την απαρχή μιας γενοκτονίας, τις μαζικές δολοφονίες, τους εκτοπισμούς, τους βιασμούς, τα παιδομαζώματα, τον ξεριζωμό... την εκκίνηση ενός πολέμου που συνεχίζεται μέχρι σήμερα... Οι ιθαγενείς λαοί στο Μεξικό, στις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Βολιβία, τη Χιλή, την Αργεντινή, το Εκουαδόρ και αλλού, θυμίζουν ότι 531 χρόνια μετά, δεν υποτάχθηκαν ποτέ, δεν κατακτήθηκαν, ότι αυτή η μέρα, που είναι μέρα μνήμης, οργής και εξέγερσης, δεν ανήκει απλά στο παρελθόν, αλλά είναι σύμβολο αντίστασης στη σημερινή μορφή της αποικιοκρατίας, με την αρπαγή της γης, του νερού και των φυσικών πόρων για την εγκατάσταση αιολικών και βιομηχανικών πάρκων, τουριστικών θέρετρων και εξορυκτικών δραστηριοτήτων, με τον εκτοπισμό των κοινοτήτων από πολυεθνικά τραστ και την παράλληλη στρατιωτικοποίηση των εδαφών τους, με την κρατική τρομοκρατία και την παραστρατιωτική καταστολή να απειλεί τις αντιστάσεις και την αυτονομία τους.
Από το μακρινή Οαχάκα, η συνέλευση των αυτόχθονων λαών του Ισθμού για την υπεράσπιση της γης και του εδάφους και η καμπάνια Ο ΝΟΤΟΣ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ γράφουν ότι σήμερα, σε αυτό το σημείο της ιστορίας, η λεηλασία είναι παγκόσμια και δίνουν στις δράσεις τους για τις 12 Οκτώβρη τον χαρακτήρα της αλληλεγγύης σε όλες και όλους που αγωνίζονται, και ειδικά στους λαούς της Παλαιστίνης και του Κουρδιστάν.
Τη στιγμή που ο πληθυσμός της Γάζας σφαγιάζεται, δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε για εποικιστικό αποικισμό, αποστρέφοντας το βλέμμα από τη μαχόμενη Παλαιστίνη.

Το απόσπασμα από το βιβλίο Anima του Wajdi Mouawad, που αναδημοσιεύουμε εδώ, μιλώντας για την εμπειρία της αρπαγής των ανήλικων Ινδιάνων από το καναδικό κράτος και τον εγκλεισμό τους σε χριστιανικά ιδρύματα ή την υιοθεσία τους από λευκές οικογένειες (μια πρακτική που ήρθε με φρικιαστικό τρόπο στο φως πρόσφατα, με την ανακάλυψη ομαδικών παιδικών τάφων σε χριστιανικές εκκλησίες), μας θυμίζει κάτι ακόμα: Αυτή τη λεπτή κόκκινη απ’ το αίμα κλωστή που συνδέει τους καταπιεσμένους όλης της Γης, φτιαγμένη από τον πόνο και την απόγνωση, κι όλες αυτές τις κλωστές που όταν πλέκονται μαζί υφαίνουν μια αλληλεγγύη ανυποχώρητη, την κοινότητα της αξιοπρέπειας και της εξέγερσης...

...


– Όλοι οι Αμερινδιάνοι της ηλικίας μου θα σου πουν την ίδια ιστορία. Είσαι στην αυλή του σπιτιού σου, παίζεις με το χιόνι, σταματάει ένα αυτοκίνητο, κατεβαίνει κάποιος της Βασιλικής Χωροφυλακής του Καναδά, χτυπάει την πόρτα και μπαίνει. Τον βλέπεις απ’ το παράθυρο. Κρατάς την κούκλα σου στο χέρι. Της τραγουδάς ένα τραγούδι για να μη φοβάται. Κάτι στην κίνηση του αέρα σε κάνει να λες ότι ο ουρανός ήρθε ανάποδα, το μπλε κάτω, ο ήλιος ολόμαυρος. Ο τύπος μιλάει με τη μητέρα σου, μετά η μητέρα σου κάνει ένα νεύμα με το κεφάλι προς το μέρος σου για να πει: «Είναι εδώ». Δεν σε κοιτάει καν. Κάτι τελειώνει. Ο τύπος βγαίνει. Πλησιάζει. Σου λέει ότι μπορείς να κρατήσεις την κούκλα σου, σε πιάνει απ’ το μπράτσο και σε ανεβάζει στο αμάξι. Μυρίζει άφτερ-σέιβ. Δεν θα σε εγκαταλείψει ποτέ πια, αυτή η μυρωδιά του φτηνού άφτερ-σέιβ. Το αμάξι ξεκινάει. Μόλις που έχεις το χρόνο να κοιτάξεις μέσα από τη μπαλκονόπορτα του σπιτιού σας μήπως έχεις ένα βλέμμα απ’ τη μητέρα σου. Αλλά η μητέρα σου έχει την πλάτη γυρισμένη. Και η καρδιά σου σπάει. Forever είσαι καταδικασμένη να μένεις πάνω στο μικρό σου σωρό από χιόνι και να παίζεις με την κούκλα σου. Είσαι δέκα χρονών μετά είκοσι μετά τριάντα μετά σαράντα αλλά είσαι ακόμα πάνω στο μικρό σου σωρό από χιόνι γιατί δεν είχες το πρόσωπο της μάνας σου για να σου πει τον πόνο, τη λύπη, οτιδήποτε που θα έμοιαζε με απόδειξη αγάπης. Με βάλανε σε μια λευκή οικογένεια στα νότια του Οντάριο, πάνω από εφτακόσια χιλιόμετρα μακριά από τη ρεζέρβα που γεννήθηκα. Καταλαβαίνεις; Κάποια μέρα, η ανάδοχη οικογένειά μου με πήγε να επισκεφτώ τη ρεζέρβα. Ένας εφιάλτης! Once again, many Native Americans will tell you the same story. Αυτό που έβλεπα, μου έφερνε απλώς επιθυμία να ξεράσω! Το έβρισκα τόσο άσκημο! Η ενσωμάτωση είχε πετύχει. Η σπερματέγχυση είχε πιάσει. Μια σπερματέγχυση της ντροπής από τη ντροπή. Ικέτεψα να φύγουμε, δεν ήθελα να πλησιάσω στο σπίτι μου. Ούτε να δω τη μάνα μου ούτε κανένα! Έκανα απλώς εμετό σα να έφτυνα τα σωθικά μου πάνω στη γη των προγόνων μου για να τους προσβάλλω. Ένιωθα ντροπή. Είχα γίνει η ντροπή. Ντροπή που ανήκα σε «αυτό». Ναι! Θες να μάθεις τι είναι η «καναδική ενσωμάτωση»; Είναι η ντροπή. Να πείσεις τον Ινδιάνο ότι πριν δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά μόνο ένας μικρός Άγριος που δεν μιλούσε τίποτ’ άλλο παρά μια γλώσσα Αγρίου και ότι έχει γίνει τώρα ένας μικρός Λευκός που μιλάει μια πολιτισμένη γλώσσα. Είναι εξορία. Στην εφηβεία και πιο μετά, στα είκοσι κάτι μου, δεν είπα ποτέ ότι ήμουν μια Οτζίμπουε, ήθελα να μη φαίνεται αυτό, ήθελα να κρυφτεί αυτό, έμαθα αγγλικά, γαλλικά, έκανα τα πάντα για να γίνω μια λευκή Καναδή, αφομοιωμένη. Υπήρχαν ένα σωρό εκπομπές στην τηλεόραση που μιλούσαν για το «Indian question»! Επιτροπές, έρευνες, μελέτες! Μιλούσαν για αλκοόλ, για λαθρεμπόριο τσιγάρων, για μοκασίνια, μετά για ποσοστά αυτοκτονίας στις ρεζέρβες, αλλά ποτέ δεν άκουσα κάτι γι’ αυτό που είχα ζήσει, εγώ! Εγώ δεν έπινα! Εγώ δεν έκανα λαθρεμπόριο! Εγώ δεν αυτοκτονούσα! Εγώ δεν έφτιαχνα μοκασίνια! Εγώ, ήμουν απλώς ξεσπιτωμένη! Και γι’ αυτό το ξεσπίτωμα, δεν μιλούσε κανένας! Σα να μην είχε υπάρξει, σα να ήμουνα η μόνη που είχε ζήσει αυτή την ιστορία! Δεν ξέρω από πού είσαι κι από πού έρχεσαι, αλλά όλοι οι Καναδοί της ηλικίας μου, είτε άσπροι είτε κόκκινοι, είναι τα παιδιά των καναδικών νόμων ενσωμάτωσης. Και τώρα στα διηγιέμαι όλ’ αυτά, εγώ όμως, είχα την τύχη να πέσω σε μια ανάδοχη οικογένεια που ήταν εντάξει. Κάτι παραπάνω από εντάξει. Οι άνθρωποι που με υιοθέτησαν κατάλαβαν, με βοήθησαν, με ενθάρρυναν σαν πραγματικοί γονείς. Αγωνίστηκαν για να αλλάξει ο νόμος. Θέλω να πω, ήταν καλοί άνθρωποι, που με αγάπησαν. Ο Τζάκσον, αυτός, έτρωγε ξύλο σ’ όλη την παιδική του ηλικία απ’ τους παπάδες, που ήθελαν οπωσδήποτε να σταματήσει να γράφει με το αριστερό χέρι. How many families did you do?
– Eighteen.
– Δεκαοχτώ. Πέρασε από δεκαοχτώ ανάδοχες οικογένειες πριν καταλήξει δεκαπέντε χρονών στη φυλακή επειδή έσπασε τα δόντια ενός χοντρού επισκόπου που ήθελε να του χώσει το πράμα του στον κώλο. Εγώ, ήμουνα τυχερή! Η ντροπή, για τον Τζάκσον, δεν θα τελειώσει ποτέ! Εγώ, ήμουνα τυχερή. Γιατί χρειάστηκε τύχη για να πάψει η ντροπή. Θα σου το πω: μια νύχτα, ήμουνα τριάντα χρονών, σ’ έναν έρημο δρόμο στο Τορόντο πέφτω πάνω σε μια μικρή Αμερινδιάνα, μεθυσμένη. Πρέπει να ήταν οχτάχρονη. Μου ζητιανεύει λεφτά κι εγώ, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, της μιλάω στα αλγκονκίνικα. Δεν είχα μιλήσει τη γλώσσα μου από τότε που έφυγα! Μου σκάει ένα πλατύ χαμόγελο! «Είσαι σαν και μένα;». «Ναι, είμαι σαν και σένα» και βάζω τα κλάματα! Την αρπάζω, με αρπάζει, δεν αφεθήκαμε πια. «Είμαι σαν και σένα, δεν έπαψα ποτέ να είμαι σαν και σένα!» της λέω και κλαίω κι άλλο. «Μίλα μου», μου λέει, και της μιλάω. Κι όσο πιο πολύ της μιλάω, τόσο πιο πολύ ξανάρχονται οι λέξεις και ξανάρχονται τα πάντα: τα τραγούδια, οι ιστορίες, οι χειρονομίες, τα χάδια. Είναι σα να κρατάω τις πληγές του λαού μου πάνω μου. Και τότε ξυπνάει κάτι που πρέπει να ’ναι η αγάπη. Δεν το είχα νιώσει αυτό για πάρα πολύ καιρό: η αγάπη! Μπορείς να το πιστέψεις; Η καρδιά της χτυπάει πάνω στην κοιλιά μου και το χτύπημα της καρδιάς της, που ζει, που πάλλεται, με κάνει να καταλάβω ότι ο πόλεμος είναι το μόνο μου έδαφος. Ότι πρέπει να αγωνιστώ. Η ντροπή έφυγε ολομεμιάς και αφηνίασε η οργή όλων των παιδιών της ηλικίας μου που είδαν κάποια μέρα ένα αυτοκίνητο να σταματάει μπροστά στην πόρτα του σπιτιού τους. Εκείνη τη νύχτα κατάφερα επιτέλους ν’ αφήσω πίσω μου το σωρό μου από χιόνι και αποφάσισα να πάρω τη ζωή μου στα χέρια μου. Τη ντροπή, δεν μπορείς να τη σφάξεις και να πιεις το αίμα της για να ξαναβρείς τις λέξεις που σου έχουν κλέψει. Καταλαβαίνεις;

Έγινε μια μεγάλη σιωπή. Ο Τζάκσον, απ’ την αρχή, είχε μείνει με το κεφάλι σκυμμένο. Κρατούσε ένα πιρούνι στα χέρια, ακουμπισμένο στο άδειο πιάτο του, και έμοιαζε χαμένος, μακριά, πολύ μακριά μέσα στα τοπία που ζωγράφιζε με τη φωνή της η γυναίκα που αγαπούσε. Ο Γουίλι καθάριζε τα δόντια του γελώντας σιγανά. Ο ξένος δεν είχε σαλέψει. Είπε απλά: Ναι, καταλαβαίνω.
– Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, του απάντησε ο Γουίλι, αλλά αυτοί που δεν έχουν ζήσει σε ρεζέρβα δεν μπορούν να καταλάβουν.
– Τότε μπορείς να μου μιλάς όπως σε αδερφό, είπε ο ξένος μ’ ένα από ψίθυρο.
Σωπάσανε.
– Είσαι Ινδιάνος; τον ρώτησε η Σέλι.
– Ινδιάνος, ναι... ενός νέου είδους.
– Είσαι από ρεζέρβα;
– Ναι.
– Ποια ρεζέρβα;
– Μια ρεζέρβα χωρίς έδαφος.
– Το Καναουάκε;
– Όχι.
– Το Γουεντάκε;
– Όχι.
– Το Οντανάκ;
– Όχι.
– Το Μιγκάν.
– Όχι...
– Ποια λοιπόν;
– Τη Σάμπρα και τη Σατίλα. Εγώ, γεννήθηκα στη Σατίλα.

[...]

– Γεννήθηκα εκεί. Δεν είχα το χρόνο να μεγαλώσω. Κάποια νύχτα, ήρθαν άνθρωποι. Μπήκαν στο στρατόπεδο. Δεν ξέρω τι έγινε πραγματικά. Ξέρω μόνο ότι την αυγή με θάψανε κάτω από τη γη κι ότι έμεινα εκεί αρκετή ώρα. Υπήρχαν άλογα μαζί μου. Δεν είναι πολύ ξεκάθαρο. Ήμουνα τεσσάρων χρονών. Όταν με βρήκανε, με πήραν από κει και δεν ξαναγύρισα ποτέ πια.

(Canis lupus familiaris, σ. 199-205)
Oυαζντί Μουαουάντ, Anima, μτφρ. Ν. Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Αθήνα, 2019.