Οδοιπορικό συντρόφων της συλλογικότητας για τον κοινωνικό αναρχισμό «Μαύρο&Κόκκινο» στην Β. Εύβοια και τα Βίλια.

 

Το παρακάτω οδοιπορικό 2 συντρόφων, Μ.Κ. και Χ.Χ., αφορά την διαδρομή που ακολούθησαν στην Β. Εύβοια έπειτα από το πέρασμα της πύρινης λαίλαπας, τα αποκαΐδια που άφησε πίσω, τόσο σε περιβαλλοντικό όσο και σε ψυχικό επίπεδο, αλλά και την παρατήρηση-σχολιασμό των αντανακλαστικών της τοπικής κοινωνίας που έδωσαν στον όρο κοινωνική αλληλεγγύη την σημασία που του αρμόζει. Επίσης, αναφέρεται η παράκαμψη προς τα Βίλια, τις ώρες όπου οι πυρκαγιές μαίνονταν, επισημαίνοντας την αδιόρθωτη στάση των αστυνομικών αρχών να εμμένουν σε εκκενώσεις και μπλόκα, δυσκολεύοντας περισσότερο το έργο των πυροσβεστών, κατοίκων, εθελοντών.

Καθώς ήμασταν έτοιμοι να αποβιβαστούμε στο λιμάνι της Β. Εύβοιας, μετά από ώρες αυτοκινητόδρομου και αναμονής για το 1ο δρομολόγιο, υπήρχε μια ελπίδα πως τα δέντρα που αντικρίζαμε στους πρόποδες των λόφων και στις παρυφές του Αγιόκαμπου δεν θα ήταν τα μονά στο νησί. Πράγματι, η διαδρομή μέχρι την Ιστιαία, την κωμόπολη της περιοχής, ήταν αντιπροσωπευτική της ομορφιάς του νησιού αυτού. Κατά την είσοδο μας στην Ιστιαία βεβαία, τα πράγματα άλλαξαν, μαζί με τον αέρα, την ατμόσφαιρα, το φως της ημέρας. Αναγκαστήκαμε να φορέσουμε προληπτικά τις μάσκες μας, να αποφύγουμε το 1ο σοκ που προκαλεί η γεύση της αιωρούμενης στάχτης. Συνεχίσαμε προς την Γερακιού, όπου και θα επικοινωνούσαμε με τον τοπικό μας σύνδεσμο, ώστε να μας δώσει κάποιες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί, και κάποιες συμβουλές για τις κινήσεις ή διαδρομές που θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε. Ο κ. Χ. (ο ιερέας του χωρίου) δεν ήταν εμφανισιακά αυτό που περιμέναμε. Φορώντας στολή εργασίας, κουβαλούσε και καθάριζε το προαύλιο της εκκλησίας επιμελώς. Σε μια σύντομη συζήτηση μαζί του σχετικά με το αποτύπωμα που άφησε η φωτιά στο χωριό, αναφέρθηκε στην ορθή στάση των κατοίκων (ηλικιακός μ. ο. +60) να παραμείνουν στην περιοχή ώστε να καταπολεμήσουν τις φλόγες και να προστατέψουν τους ηλικιωμένους με αδυναμία μετακίνησης, όπως φυσικά και τα σπίτια και δέντρα τους, όσο αυτό ήταν εφικτό. Βλέπετε, για περίπου 2χλμ. προσεγγίζοντας το χωριό, η φλόγα είχε καταπιεί αρκετά στρέμματα, και ίσα που πρόλαβε να αγγίξει την πρώτη οικία του χωριού. Έπειτα από πολύωρη μάχη (49 ώρες στο πύρινο μέτωπο) κατάφεραν να αποσβήσουν τις απειλητικές φλόγες. Αφού βοηθήσαμε όπως μπορούσαμε, επιστρέψαμε στην Ιστιαία για να αντλήσουμε πληροφορίες από μια ομάδα συντρόφων που βρίσκονταν στη περιοχή τις προηγούμενες μέρες. Πέρα από τα θετικά, τα οποία παρατηρήσαμε αργότερα ιδίοις όμμασι, υπήρχαν και αρνητικά σημεία, όπως επιχειρούμενες προσπάθειες λεηλασίας των αποθεμάτων. Αποφύγαμε να επέμβουμε, συμφωνώντας πως ένα τέτοιο ζήτημα αξίζει να διευθετηθεί μόνο μέσα από την ίδια κοινωνία, με παρεμβάσεις κατοίκων, ευελπιστώντας να αποδοθεί μια υποτυπώδης δικαιοσύνη.

Επιστρέψαμε στο Πευκί, διπλανό χωριό της Γερακιούς. Μια κυρία που βοηθούσε στον καθαρισμό της εκκλησίας, μας κάλεσε στην οικία της για ξεκούραση και κέρασμα. Μαζί με 2 εθελόντριες, που γνωριστήκαμε στο καράβι, καθίσαμε να μιλήσουμε με την κ. Γ., η οποία μας ενημέρωσε για την τρέχουσα κατάσταση. Μέσα από λόγια συγκίνησης για την κίνηση μας να διανύσουμε τόσα χιλιόμετρα ώστε να βρεθούμε κοντά τους, μας ανέλυσε την δραματική στάση και αδιαφορία του κρατικού μηχανισμού, με αποτέλεσμα την καταστροφή του περιβάλλοντος, της περιουσίας των ντόπιων καθώς και την ανάγκη για (κυρίως ψυχολογική) στήριξη στους πληγέντες. Στάθηκε στον παράγοντα τύχη, λέγοντας πως χάρις αυτού δεν κάηκε το Πευκί, καθώς μαζί με την νεολαία (άλλη μια τοπική κοινότητα παράκουσε τις εντολές για εκκένωση και κατάφερε να αντισταθεί σθεναρά απέναντι στην πύρινη κόλαση) βοήθησε και η αλλαγή του ανέμου. Έπειτα από συζητήσεις μαζί της και με την οικογένεια της, διανυκτερεύσαμε εκεί.

Την επόμενη ημέρα, αποφασίσαμε να αδράξουμε την ευκαιρία και να συνδράμουμε στο έργο μιας κοινωνικής κουζίνας που είχε έδρα στο Πευκί. Ήρθαμε σε επαφή με άτομα από διάφορες περιοχές της επικρατείας, με σκοπό να συνδράμουν έμπρακτα όπως μπορούν. Για τις επόμενες 2 μέρες διανέμαμε τσάντες με είδη πρώτης ανάγκης στα χωριά της Β. Εύβοιας, μερίδες ζεστού φαγητού και άλλα είδη (π.χ., ρούχα εργασίας, καθαριστικά, εργαλεία),ενώ παράλληλα ετοιμάζαμε κι άλλες μερίδες για πυροσβέστες ή εθελοντές. Παρατηρήθηκε και εδώ πως η κακεντρέχεια και η κακοβουλία δεν παύουν να υφίστανται, ακόμη και σε τέτοιους καιρούς, με (ευτυχώς ελάχιστα) κρούσματα από κόσμο που δεν έχει συνηθίσει την ανυστερόβουλη κίνηση συνανθρώπων, εμμένοντας σε λαθεμένες απόψεις και τασσόμενοι υπέρ της ανωτερότητας και προτεραιότητας κάποιων και με σκοπό τις άνισες διανομές υλικών και προϊόντων.

Μέσα σε συνολικά 3 μέρες, περάσαμε από περίπου 10 χωριά της ΒΑ Εύβοιας, επικοινωνήσαμε με κατοίκους, ρητινοκαλλιεργητές , ζωοπαραγωγούς και γενικότερα κόσμο που είτε έχασε την οικία του στο έλεος της πυρκαγιάς, είτε την δυνατότητα ασκήσεως επαγγέλματος, μετά από χιλιάδες στρέμματα καμένης χλωρίδας, αλλά επίσης χιλιάδες χαμένες ζωές της πανίδας της γεωγραφικής περιοχής. Παρατηρήθηκε η διάθεση από κατοίκους των χωριών αυτών, να διανέμουν πόρτα-πόρτα τα προϊόντα που αφήναμε στις πλατείες, διευκολύνοντας το έργο και επιβεβαιώνοντας την δύναμη που αντλούσαν από κινήσεις με γνώμονα την αυτό-οργάνωση και την κοινωνική αλληλεγγύη. Η υπεύθυνη στάση κάποιων κατοίκων (που σπανίως ήταν μέλη των τοπικών διοικητικών αρχών) μας έδειξε έμπρακτα πως είναι εφικτό οι τοπικές κοινωνίες να λειτουργήσουν χωρίς τη συνδρομή ή τις εντολές ενός κράτους. Καθ’ όλη τη διαδρομή αυτή, είδαμε πως οι φλόγες είχαν καταπιεί τα δάση ανάμεσα στα χωριά, όμως (με εξαίρεση ελάχιστες περιπτώσεις) δεν πρόλαβαν να μαυρίσουν ούτε ένα ντουβάρι από τα σπίτια των κατοίκων. Σύμφωνα με αυτό, αποδεικνύεται η ορθή στάση των ντόπιων να παρακούσουν τις εντολές του κράτους και της αστυνομίας και να παραμείνουν ενεργοί, μέχρις ότου καταπολεμηθούν οι φλόγες, κάτι που έκαναν για αρκετά 24άωρα πριν την αργοπορημένη παρέμβαση της πυροσβεστικής.

Αποφασίζοντας πως αντλήσαμε αρκετές πληροφορίες και συνδράμαμε σε ικανοποιητικό βαθμό, πήραμε τον δρόμο για την Χαλκίδα, με σκοπό να μιλήσουμε με τοπικούς συλλόγους και σώματα που ήταν υπεύθυνα για την διανομή ειδών πρώτης ανάγκης στην υπόλοιπη Εύβοια. Με την ευκαιρία αυτή, διασχίζοντας πολλά χιλιόμετρα, θα γινόμασταν αυτόπτες μάρτυρες της καταστροφής που υπέστη το μαγευτικό αυτό δάσος που καλύπτει όλη την Β. Εύβοια. Δεν ήμασταν όμως προετοιμασμένοι για αυτό που αντικρίσαμε. Σε μια διαδρομή 40 χιλιομέτρων, μέσα από τους λόφους που ενώνουν τα Βασιλικά με το Μαντούδι, η ματιά μας έπεφτε μονάχα πάνω σε καμένη γη. Σταματήσαμε στα μισά, να αναλογιστούμε αυτό που κείτεται στα πόδια μας. Μέχρι τον ορίζοντα, ούτε σπιθαμή πράσινου. Το έδαφος ομοίαζε με πετρωμένη, στεγνή λάβα. Οριακά νιώσαμε να συμπάσχουμε με πολεμικούς ανταποκριτές, έπειτα από κάποιες φωτογραφίες που πήραμε. Συνεχίσαμε την πορεία μας, φτάνοντας στο Μαντούδι. Επιτέλους, είδαμε τη μαγεία του νησιού σε όλο της το μεγαλείο. Από κει και πέρα, όλα ήταν καταπράσινα. Για αρκετά χιλιόμετρα, θα μπορούσαμε να πούμε πως κινούμαστε μέσα σε ένα τούνελ από δέντρα. Έπειτα από περίπου 500.000 στρεμμάτων μαύρης γης, το θέαμα που βλέπαμε μας έδωσε μια εικόνα για το πώς θα είναι η Β. Εύβοια σε 25-30 χρόνια.

Φτάσαμε στην Χαλκίδα. Η δουλειά μας εδώ θα ‘ναι σύντομη,αλλά αρκετά σημαντική. Ήρθαμε με σκοπό να επικοινωνήσουμε με τις επαφές μας στην πόλη, και να ενημερωθούμε σχετικά με τον τρόπο διανομής των ειδών πρώτης ανάγκης που συλλέχθηκαν στην Θεσσαλονίκη, όπως επίσης και για περισσότερες πληροφορίες από την συντρόφισσά μας Ε., η οποία μας καθοδηγούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού μας. Η εκπρόσωπος του σωματείου προσκόπων, Ε., που, έπειτα από συννενόηση μας αλλά και δική τους πρωτοβουλία, διευκόλυνε την αποστολή των δεμάτων, μας φιλοξένησε στο χώρο τους, με σκοπό να μας δείξει το μέρος αποθήκευσης των ειδών, την λεπτομερή επεξήγηση των δρομολογημένων αποστολών και φυσικά τον χώρο στέγασής μας, ωστέ να πάρουμε μια ανάσα, κυριολεκτικά οξυγόνου (επιτέλους), και να επιστρατεύσουμε ιδέες κίνησης για το άμεσο μέλλον. Καθώς, το επόμενο πρωινό, ετοιμαστήκαμε για την επιστροφή μας στην πόλη, γεμάτοι με πληροφορίες και εμπειρίες από το ταξίδι, αποφασίσαμε να κάνουμε μια στάση σε ένα χωριό, κοντά στη Θήβα, για ανεφοδιασμό. Παρ’ όλη την εγρήγορση που διαθέταμε λόγω της έντασης των τελευταίων ημερών, δεν περιμέναμε να χρειαστεί να δράσουμε τόσο σύντομα. Από το χωριό, φαινόταν ένα σκούρο σύννεφο καπνού, και έπειτα από κάποιες πρόχειρες αναζητήσεις στο διαδίκτυο, ήταν αυτό που φοβόμασταν. Η πυρκαγιά στα Βίλια είχε ξεκινήσει.

Ανασκουμπωθήκαμε αμέσως αναχωρήσαμε για την πηγή του καπνού. Παίρνοντας μαζί μας αρκετά μπουκάλια νερό, τόσο για αποφυγή αφυδάτωσης αλλά και ως πρόχειρο αντιπυρικό μέτρο, αλλά και ιατρικά είδη (χρήσιμα και αναγκαία σε τέτοιες περιπτώσεις), ήμασταν έτοιμοι να πολεμήσουμε το τέρας που δεν προλάβαμε να δούμε στην Β. Εύβοια. Σύντομος ο δρόμος, τα λεπτά όμως περνούσαν βασανιστικά αργά. Η φωτιά αφαιρεί κάθε αίσθηση χρόνου. Σε λιγότερο από 20 λεπτά φτάσαμε στα Βίλια, περάσαμε από το παράρτημα σχολής πυροσβεστών, όπου δεν είδαμε κάποιο όχημα (πράγμα που μας έδωσε κάποιες ελπίδες για τα αντανακλαστικά της υπηρεσίας), και λίγο έξω από τον οικισμό,σε μια διχάλα, σταματήσαμε. Ο δρόμος προς τον καπνό ήταν μπλοκαρισμένος από 2 ασθενοφόρα, 1 περπολικό και 2 μηχανές της ελ.ας.. Αν και αποδείχθηκε μάταιη η προσπάθεια, είπαμε να ενημερωθούμε από τα όργανα σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση και τον ασφαλέστερο δρόμο προσέγγισης. Οι απαντήσεις ήταν η δήλωση άγνοιας, η προτροπή σε προσέγγιση μέχρις ότου βρούμε κάποιον πυροσβέστη, ώστε να μας ενημερώσει εκείνος, και φυσικά η απορία για το αν είμαστε εθελοντές. Απαντήσαμε θετικά, όχι μόνο με λόγια, αλλά φορώντας τον κατάλληλο ιματισμό που διαθέταμε για την επέμβασή μας στην πυρκαγία. Δεν έλλειψαν (αλίμονο) οι καχύποπτες ματιές στο όχημα μας, οι ερωτήσεις σχετικά με την ενασχόλησή μας με τον εθελοντισμό και αν φέραμε κάποια ειδική κάρτα, δίνοντας γενικότερα μια αίσθηση καθυστέρησης, οριακά αποφεύγοντας να μας κάνουν κάποια εξακρίβωση στοιχείων, κάτι που αποδεδειγμένα είναι από τα αγαπημένα τους. Εμείς με τη σειρά μας αποφύγαμε να ασχοληθούμε περαιτέρω και οδηγήσαμε, χωρίς να περιμένουμε κάποια σαφή απάντηση ή καθοδήγηση, προς το κοντινότερο σημείο της μίας από τις 2 εστίες φωτιάς, η πλησιέστερη στους οικισμούς των Βιλίων αλλά και λίγες εκατοντάδες μέτρα δίπλα από την κατασκήνωση της περιοχής. Συνειδητοποιήσαμε πως δεν υπήρχε προσβάσιμη οδός για τους πρόποδες του λόφου που καιγόταν, και παρατηρήσαμε την δράση της χερσαίας πυροσβεστικής να περιορίζεται στους ελέγχους των αναζωπυρώσεων (κάτι που αναλάβαμε κι εμείς προσωπικά) και την κατάσβεση κάποιων σημείων με 1-2 μάνικες περίπου μισού χιλιομέτρου. Η κατασκήνωση, προσωρινή έδρα 3 πυροσβεστικών οχημάτων,ήταν αλώβητη από ζημιές στο εσωτερικό της περίφραξης της, όχι όμως και στο εξωτερικό κομμάτι. Ελάχιστες ώρες μετά από την Β. Εύβοια, δεν περιμέναμε να αντικρίσουμε πάλι τα γκρίζα σύννεφα, αιωρούμενα λίγο πάνω απ’ το καμμένο έδαφος. Μόνο που αυτή τη φορά ήταν φρέσκο το πέρασμα της φωτιάς, και ο κίνδυνος αναζωπύρωσης ήταν αρκετά μεγάλος, καθώς αρκετά μέρη με άθικτη βλάστηση βρίσκοταν τριγύρω. Αμέσως αρπάξαμε τα εργαλεία που είχαμε μαζί μας (τσεκούρι και φτυάρι), και, έπειτα από συμβουλές και καθοδήγηση ένος πυροσβέστη, ριχτήκαμε στη δουλεία. Φροντίσαμε να αποκλείσουμε κάποιες δεκάδες τετραγωνικών μέτρων γύρω απ’ την κατασκήνωση, έπειτα συμβάλλαμε στην κατάσβεση μέσω της μάνικας που αναφέρθηκε προηγουμένως και παράλληλα ερχόμασταν σε συννενόηση με τους ντόπιους κατοίκους και παραγωγούς, οι οποίοι αν μη τι άλλο, ήταν πρώτοι στο μέτωπο της πυρκαγιάς. Μας ενημέρωσαν για την ποιότητα του εδάφους, τα δέντρα που δέσποζαν στους λόφους μπροστά μας και ότι η κατάσβεση θα είναι δυσκολη και χρονοβόρα, όμως όχι ακατόρθωτη. Η ποιότητα της μάχης που έδωσαν οι ντόπιοι ήταν τεράστια, ειδικά αν υπολογιστεί ο αριθμός τους και η γεωγραφική γνώση του χώρου-δάσους . Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, οι χερσαίες δυνάμεις ήταν τουλάχιστον 5/1 υπέρ των κατοίκων-εθελοντών. Έπειτα από 4 ώρες, και ύστερα από αλλαγή κατεύθυνσης του αέρα, αποδεσμευτήκαμε θεωρώντας πως η αντεπίθεση θα γίνονταν καθολικά από τα εναέρια μέσα, τα οποία σε αριθμό ξεπερνούσαν τα πυροσβεστικά οχήματα. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν ίσχυε για την αστυνομική παρουσία, η οποία είχε τα πρωτεία σε αριθμό οχημάτων και ατόμων.

Αυτό το αντιληφθήκαμε, όταν έξω από την κατασκήνωση, καταπίνοντας νερό και σαλβουταμόλη (aerolin) προσπαθώντας να πάρουμε μια αξιοπρεπή ανάσα οξυγόνου για άλλη μια φορά, υπήρχαν αστυνομικές δυνάμεις που συνηθίσαμε να βλέπουμε κυρίως έξω από υπουργεία. Κλούβα ΜΑΤ, 3-4 μηχανές ΔΙΑΣ να βολοδέρνουν, σε ένα σημείο το οποίο ήταν ένας επαρχιακός δρόμος αρκετά έξω από τους οικισμούς. Δεν συνέδραμε κανένας λόγος παρουσίας, αντιθέτως ήταν και εικόνα αποκρουστική βλέποντας τους να κάνουν πηγαδάκια και βόλτες με τις μηχανές τους, ένας αριθμός ατόμων που ήταν σίγουρα 20πλάσιος των πυροσβεστών που είδαμε μέσα σε 4 ώρες στο σημείο. Η αλήθεια είναι πως αυτή η εικόνα ήταν ένα δυνατό χαστούκι πραγματικότητας, ευελπιστώντας να μην μείνει το βουνό στο έρμαιο της κρατικής λειτουργίας. Όποια ελπίδα υπήρχε για την επιτυχημένη αντιμετώπιση της πυρκαγιάς (σαφώς τα εύσημα πηγαίνουν για ακόμα μια φορά στους κατοίκους), εγκαταλείφθηκε αμέσως μετά την εικόνα που υπήρχε στην είσοδο του χωριού. 4 με 5 δημοσιογραφικά φορτηγά είχαν σταθμεύσει άθλια στον δρόμο, εμποδίζοντας την διέλευση των πυροσβεστικών καθώς και αγροτικών οχημάτων με μικρότερα βυτία, μια μάζα από 40 πολίτες να είναι μαζεμένοι σε μια μεριά, αποχαυνωμένοι από το φρικτό θέαμα της φωτιάς, αλλά και απορημένοι για τον συνωστισμό που προκαλούν οι δημοσιογράφοι. Παρακάτω, κάποια από τα προαναφερθέντα αγροτικά γέμιζαν με νερό 2 μεγάλους σιδερένιους κάδους, έτσι ώστε να αντλούν νερό από εκεί τα ελικόπτερα. Θα ήταν απαγορευτικό να παραλείψουμε την στάση της αστυνομίας, η οποία ως εντολοδόχος του κράτους, επέβαλλε εκκενώσεις των οικισμών (προσωπική μας άποψη, για άλλη μια φορά περιττή, καθώς οι φλόγες ήταν αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το κοντινότερο χωριό, Βίλια) και για να επιδείξει για άλλη μια φορά την αλόγιστη τυπικότητα εκτέλεσης των εντολών, μπλόκαραν τον κόμβο της μοναδικής κεντρικής οδικής αρτηρίας, απ’ όπου θα μπορούσαν να προσεγγίσουν ή να απομακρυνθούν οι κάτοικοι ή οι συγγενείς αυτών (Ε.Ο. Ελευσίνας-Θηβών / Ε.Ο. Οινόης-Πόρτο Γερμενού). Μετά την σύντομη στάση μας και εκεί, λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης, ως πρώτη εικόνα είδαμε έναν νεαρό να κρατάει και να επιδικνύει το αναπηρικό αμαξίδιο του πατέρα του, ο οποίος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο, εξηγόντας στον αστυνομικό που διήθυνε το μπλόκο πως είχε κάθε πρόθεση να εκκενώσει τον χώρο, έπρεπε όμως πρώτα να πάρει από την οικία του χρήματα και ρούχα, όπως και κάποια είδη πρώτης ανάγκης, κυρίως φάρμακα. Σε δεύτερο χρόνο, γίναμε θεατές μιας 10λεπτης απόπειρας απεγλωβισμού ενός πυροσβεστικού, μέσα από την κίνηση που είχε δημιουργηθεί, αλλά και την παρεμπόδιση διέλευσης 2 αγροτικών, φέροντα 1 τόνο νερού το καθένα. Στη ερώτηση από μέρους μας στον εν λόγω αστυνομικό περί τίνος πρόκειται και γιατί έφραξαν το δρόμο, η απάντηση του ήταν για την διευκόλυνση του πυροσβεστικού, καθώς και την έναρξη εκκένωσης. Όταν του υπενθυμίσαμε πως παρεμπόδισε και τα αγροτικά με βυτία, που ήταν αυτά που έσωσαν ό,τι πρόλαβαν στις πυρκαγιές της Β. Εύβοιας, μονολόγησε μουρμουρίζοντας κάτι για εντολές και πως δεν είναι εξίσου σημαντικός ο ένας τόνος που έφερε ο αγρότης. Προσπαθώντας να μετριάσουμε τα αισθήματα μας και να αποφύγουμε αντιδράσεις που θα ήταν βούτυρο στο ψωμί της αρχής, καθίσαμε ήσυχα πίσω από ένα όργανο της τάξης, παρακολουθώντας τον τρόπο αντιμετώπισης απέναντι σε ανήσυχους πολίτες, από τους οποίους η πλειοψηφία πήγαινε προς τα Βίλια με σκοπό να πάρουν συγγενείς ευπαθών ομάδων και ενδεχομένως κάποια πράγματα και είδη για την διαμονή τους σε άλλο μέρος μετά την επιβολή της εκκένωσης. Έπειτα από συννενόηση που έλαβε μέρος με εμάς παρόντες (ως ωτακουστές θα έλεγε κανείς), η λύση για την αποσυμφόρηση του κυκλοφοριακού (άνω των 30 οχημάτων) ήταν να τους αφήσουν να περάσουν το μπλόκο, έπειτα από επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας, όπως επίσης δίνοντας ένα τηλέφωνο επικοινωνίας και τον αριθμό πινακίδας του οχήματος, ώστε να τους ενημερώσουν (ή μάλλον να τους υπενθυμίσουν) σε μία ώρα για την εκκένωση. Αποτροπιασμένοι και αηδιασμένοι για την μοίρα αυτών των ανθρώπων, και φανερά καταβεβλημένοι περισσότερο ψυχολογικά, αποφασίσαμε να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής.

Ως επίλογος διαλέχθηκαν τα παρακάτω λόγια, θέλοντας να υπενθυμίσουμε κυρίως στους εαυτούς μας τα θετικά της παραπάνω περιπέτειας. Είναι ευχάριστο το θέαμα να βλέπεις τοπικές κοινωνίες να λειτουργούν αυθόρμητα τόσο οργανωμένα, σε μια κατάσταση η οποία φέρνει συνήθως πανικό και τρόμο. Αφήνοντας πίσω τα Βίλια, αναλογιστήκαμε πως αυτό που δεν προλάβαμε να δούμε στην Β. Εύβοια ήταν η αλληλοβοήθεια, η αυτοοργάνωση και οι κινήσεις αυτοματισμού από μεριάς των πολιτών, παίρνοντας τα ηνία της αντιμετώπισης της κρίσης, αδιαφορώντας για τις εντολές του φερεφώνου του γκρεμισμένου επιτελικού κράτους (βλ. αστυνομία). Ήταν πλέον αντιληπτό προς όλους πως τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, οι αγρότες, οι εργάτες, ο λαός που δεν θέλει να αφήσει το βιός του στο έλεος της πυρκαγιάς και του κράτους (ταυτόσημα σε πολλές περιπτώσεις), είχε καταφέρει πολλά και θα συνέχιζε με αυτόν το ρυθμό. Αυτό που αποκομίσαμε από τις επαφές και τις συνομιλίες με άτομα αλλυλέγγυα, εθελοντές και φυσικά πυρόπληκτους είναι πως η οργή απέναντι στο κράτος υπάρχει και θα υπάρχει πάντα. Αρκεί ,βεβαίως, να μην ξεχάσουν οι ίδιοι οι άνθρωποι, όπως πολλάκις έκαναν, και σε βάθος χρόνου επιστρέψουν στην καθημερινότητα που επιβάλλεται από τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό, σπρώχνοντάς τους στην απάθεια και την ανάγκη για επιβίωση, χωρίς να υπολογίζεται η ποιότητα αυτής.

235155331 1798877013627905 6485634260137090378 n