Ο δρόμος προς το Prairieland
Η καταστολή των αγωνιζόμενων κατά του ICE στο Τέξας αντικατοπτρίζει ένα μοτίβο εντεινόμενης καταστολής

Την στιγμή που μεταφραζόταν αυτό το κείμενο, ολοκληρώθηκε η εκδίκαση της δίκης των 9 κατηγορούμενων από την υπόθεση του Prairieland, των Autumn Hill, Zachary Evetts, Benjamin Song, Savanna Batten, Meagan Morris, Maricela Rueda, Elizabeth Soto, Ines Soto, and Daniel Rolando Sanchez-Estrada, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης για τις κατηγορίες της διατάραξης (riot), παροχή υλικής υποστήριξης σε τρομοκράτες, κατοχή εκρηκτικών, κατοχή και χρήση εκρηκτικών κατά τη διάρκεια της διατάραξης. Οι Daniel Rolando Sanchez-Estrade και Maricela Rueda κατηγορήθηκαν για απόκρυψη εγγράφων και συνομωσία για την απόκρυψη εγγράφων που αφορά στη μεταφορά πολιτικού υλικού. Ειδικά, ο Benjamin Song, που καταδικάστηκε επιπλέον για απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος αστυνομικού και χρήση όπλου, αντιμετωπίζει ποινή 20 ετών έως ισόβια. Για περισσότερα σχετικά με την υπόθεση: https://prairielanddefendants.com/

Πηγή: CrimethInc. 2026-02-13
Μετάφραση από: Land & Freedom

 

Στις 4 Ιουλίου, περίπου δώδεκα άτομα συμμετείχαν σε μια διαδήλωση στο κέντρο κράτησης του Prairieland, ένα κέντρο κράτησης μεταναστών που αντιμετωπίζουν διαδικασίες απέλασης. Όταν η αστυνομία εμφανίστηκε, ξέσπασαν πυροβολισμοί και ένας αστυνομικός κατά τα λεγόμενά τους τραυματίστηκε. Σήμερα, δεκαεννέα άτομα -μερικοί από τους οποίους προφανώς ούτε συμμετείχαν στη διαδήλωση ούτε πάτησαν το πόδι τους οπουδήποτε κοντά στο κέντρο κράτησης του Prairieland- κατηγορούνται για «παροχή υλικής υποστήριξης σε τρομοκρατία» καθώς και για ταραχές, μεταφορά εκρηκτικών, πυροβόλων όπλων, απόπειρα δολοφονίας ομοσπονδιακού υπαλλήλου και άλλες κατηγορίες. Δεκαοκτώ από αυτούς παραμένουν στη φυλακή.
Οι εισαγγελείς προσπάθησαν να κατασκευάσουν μια εγκληματική οργάνωση εμπλέκοντας όχι μόνο τους συμμετέχοντες στη διαδήλωση αλλά και όποιον άλλο μπορούσαν να στοχοποιήσουν, κατηγορώντας τους οικείους των συλληφθέντων και ακόμη και ένα μέλος μιας επιτροπής αλληλεγγύης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η διάδοση ξεκάθαρων ψευδών είναι συνήθης πολιτική για την κυβέρνηση Τραμπ και τους υποστηρικτές της, είναι πιθανό ότι τουλάχιστον ορισμένοι από τους ισχυρισμούς που διέδωσαν οι ομοσπονδιακές αρχές και τα δεξιά μέσα ενημέρωσης σχετικά με τους κατηγορούμενους της Prairieland δεν έχουν πραγματική βάση.
Αυτή η υπόθεση έχει σκοπό να δημιουργήσει προηγούμενο ποινικοποίησης της διαμαρτυρίας και εκφοβισμού των ανθρώπων ώστε να μην οργανώνονται σε αλληλεγγύη με τους μετανάστες και τους κατηγορούμενους. Στις 17 Φεβρουαρίου θα ξεκινήσει η επιλογή των ενόρκων για μια δίκη που θα περιλαμβάνει εννέα από τους κατηγορούμενους.
Εδώ, θα διερευνήσουμε ποιο είναι το διακύβευμα αυτής της υπόθεσης για τους ανθρώπους σε όλη τη χώρα.


Καταστολή και Αντίσταση
Κατά τη διάρκεια των σφοδρών διαδηλώσεων που ξέσπασαν ως αντίδραση στη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ τον Μάιο του 2020, η αστυνομία συνέλαβε χιλιάδες ανθρώπους. Εκατοντάδες χιλιάδες ανταποκρίθηκαν συνεισφέροντας οικονομικά για τις εγγυήσεις τους. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, το Ταμείο Ελευθερίας της Μινεάπολης είχε εισπράξει σχεδόν 40 εκατομμύρια δολάρια. Άλλες ομάδες αλληλεγγύης συγκέντρωσαν επίσης αρκετά εκατομμύρια.
Την ίδια στιγμή, ολονύκτιες συγκεντρώσεις ξεπήδησαν έξω από τις φυλακές, όπου αλληλέγγυοι πρόσφεραν στους συλληφθέντες μια αγκαλιά ή ένα τσιγάρο ή τη μεταφορά τους σπίτι. Οι κινητοποιήσεις εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα, ενώ η στρατηγική καταστολής του κράτους κατέρρευσε καταλήγοντας σε αδέξιους αυτοσχεδιασμούς. Οι υπάλληλοι υπέβαλαν λάθος αναφορές, οι καθυστερήσεις συσσωρεύτηκαν, τα δικαστήρια απέρριψαν τις υποθέσεις κατά χιλιάδες. Το κράτος υποχώρησε.
Την τελευταία δεκαετία, τα κινήματα από τα κάτω έχουν αποδείξει ότι είναι δυνατό να θέσουν αναχώματα στις παγιωμένες δομές εξουσίας, από τα αστυνομικά τμήματα και τις υπηρεσίες μετανάστευσης έως τις διοικήσεις των πανεπιστημίων. Οι θεσμοί που δεν φοβούνται μη χάσουν τον έλεγχo δεν χρειάζεται να κατηγορούν ακτιβιστές για τρομοκρατία, συνωμοσία ή εκβιασμό. Ακριβώς όπως η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών καταφεύγει σε παράνομους πολέμους, αεροπορικές επιδρομές και απαγωγές για να διατηρήσει την παγκόσμια κυριαρχία της, οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου στρέφονται όλο και περισσότερο σε εξωφρενικά ή εγκληματικά μέσα για την καταστολή των ντόπιων κινημάτων διαμαρτυρίας. Αν και αυτό είναι τρομακτικό, δείχνει επίσης την αποτελεσματικότητα αυτών των κινημάτων. Η απελπισία της κυβέρνησης είναι συνέπεια της λαϊκής αντίστασης. Οι αγώνες εκατομμυρίων ανθρώπων έχουν τη δυνατότητα να επιφέρουν πραγματική αλλαγή.
Αν κοιτάξουμε τις τελευταίες δεκαετίες, μπορούμε να δούμε αυτή την ιστορία παντού: κοινότητες που αντιστέκονται στις επιθέσεις του κράτους.
Αλλά υπάρχει και ένα άλλο μοτίβο.
Τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν αντιστέκονται στην καταστολή; Για να δούμε την απάντηση, δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε πέρα από μια τρέχουσα δικαστική υπόθεση εναντίον δεκαεννέα ατόμων στο Βόρειο Τέξας. Αντιμετωπίζουν έναν συνδυασμό ομοσπονδιακών και πολιτειακών κατηγοριών για την υποτιθέμενη σύνδεσή τους με μια διαδήλωση στις 4 Ιουλίου 2025 έξω από το Κέντρο Κράτησης Prairieland στο Αλβαράδο του Τέξας. Στη σιωπή που περιβάλλει αυτή την υπόθεση, οι ομοσπονδιακές αρχές προσπαθούν να ξεφύγουν με όλο και περισσότερα, με στόχο να εκμεταλλευτούν αυτή την παθητικότητα για να δημιουργήσουν επικίνδυνα νέα δεδικασμένα.
Αυτή η υπόθεση αντιπροσωπεύει μια στρατηγική κλιμάκωση μιας εκστρατείας δεκαετιών για την επέκταση της κρατικής καταστολής, την ποινικοποίηση της αμφισβήτησης προκειμένου να ανοίξουν το δρόμο για μια ολομέτωπη επίθεση στα κινήματα από τα κάτω.


Η συγκέντρωση
Στις 20 Ιανουαρίου, την πρώτη ημέρα της δεύτερης θητείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε πολλά εκτελεστικά διατάγματα με στόχο την τρομοκράτηση των μεταναστών. Αυτές οι εντολές ανέθεσαν στο Υπουργείο Άμυνας την ευθύνη για τη στρατηγική των συνόρων των ΗΠΑ, ενώ περιόρισαν τις νόμιμες οδούς για νόμιμη διαμονή. Η κυβέρνηση χαρακτήρισε αρκετούς ξένους διακινητές ναρκωτικών ως «Ξένες Τρομοκρατικές Οργανώσεις» και μείωσε απότομα τον αριθμό των αδειών για μετανάστες.
Από τότε, η Εσωτερική Ασφάλεια, η Υπηρεσία Τελωνείων και Συνοριακής Περιπολίας και άλλες ομοσπονδιακές υπηρεσίες έχουν καταδιώξει πόλεις των ΗΠΑ φορώντας μπαλακλάβες, απάγοντας ανθρώπους τυχαία. Σε συνεργασία με τοπικές αρχές και πράκτορες, έκαναν επιδρομές σε χώρους εργασίας, εκκλησίες, σχολεία, κλινικές, αγροκτήματα και νοσοκομεία. Έχουν οργανώσει δημόσιες επιχειρήσεις εκφοβισμού και βίας, σπάζοντας τζάμια αυτοκινήτων, αρπάζοντας παιδιά από τους γονείς τους, σταματώντας σχολικά λεωφορεία. Ενώ οι μεταναστευτικές αρχές εδώ και καιρό δρούσαν κατ’ αυτό τον τρόπο στα σύνορα, η νέα στρατηγική επικεντρώνεται στη δημόσια τρομοκράτηση των μεταναστών σε όλη τη χώρα, παρακινώντας έναν αριθμό ανθρώπων να «αυτό-απελαθούν» - ένας επίσημος ευφημισμός για τη φυγή από τη χώρα λόγω φόβου. Οι αρχές έχουν επίσης θέσει ως στόχο να ποινικοποιήσουν όποιον υποστηρίζει αυτές τις μαχόμενες κοινότητες.
Στις 4 Ιουλίου 2025, η αστυνομία στο Αλβαράδο του Τέξας συνέλαβε εννέα άτομα κοντά στο Κέντρο Κράτησης Prairieland. Σύμφωνα με ποινική δίωξη που κατατέθηκε στις 7 Ιουλίου, ο ειδικός πράκτορας του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ερευνών Clark Wiethorn ισχυρίστηκε ότι δώδεκα διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν έξω από τις εγκαταστάσεις, εκτοξεύοντας πυροτεχνήματα και βανδαλίζοντας οχήματα. Ο Wiethorn ισχυρίστηκε πως όταν έφτασε η αστυνομία, «ένας με δύο» σκοπευτές πυροβόλησαν δεκάδες σφαίρες εναντίον τους, τραυματίζοντας έναν αστυνομικό στο λαιμό. Αργότερα ανασκεύασε αυτόν τον ισχυρισμό λέγοντας πως μόνο ένας σκοπευτής πυροβόλησε έναν πολύ μικρότερο αριθμό πυροβολισμών, με συνολικά 11 κάλυκες να έχουν βρεθεί στην περιοχή. Αργότερα διευκρίνισαν επίσης πως ο «τραυματισμός» του αστυνομικού δεν ήταν επικίνδυνος για τη ζωή του. Ο αστυνομικός βγήκε από το νοσοκομείο μέσα σε λίγες ώρες. Το δικαστήριο δεν έχει ακόμη δημοσιοποιήσει τα ιατρικά αρχεία αυτής της υποτιθέμενης επίσκεψης.
Στη συνέχεια, η αστυνομία έκανε έφοδο σε εννέα σπίτια που συνδέονται με τους συλληφθέντες και εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό για έναν από τους κατηγορούμενους. Μέχρι τις 10 Ιουλίου, είχαν συλλάβει τον Benjamin Song με την κατηγορία ότι πυροβόλησε ένα AR-15 κατά των αστυνομικών. Ακολούθησαν περισσότερες επιδρομές. Στόχευσαν τουλάχιστον 20 σπίτια σε σχέση με τη συγκέντρωση.
Στις 22 Σεπτεμβρίου 2025 ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με τίτλο «Χαρακτηρισμός της Antifa ως εγχώριας τρομοκρατικής οργάνωσης». Τεχνικά, δεν υπάρχει τέτοιος χαρακτηρισμός σύμφωνα με τη νομοθεσία των ΗΠΑ. Μετά από αυτό το εκτελεστικό διάταγμα, ομοσπονδιακοί πράκτορες χτύπησαν πόρτες, έκαναν έφοδο σε σπίτια και ξεκίνησαν σαρωτικές έρευνες στοχοποιώντας αδιακρίτως ανθρώπους σε όλη τη χώρα. Το Εθνικό Προεδρικό Μνημόνιο 7 (NSPM-7), που εκδόθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου, διατάζει τις αρχές επιβολής του νόμου να «διαλύσουν και να ξεριζώσουν δίκτυα, οντότητες και οργανώσεις που προωθούν την οργανωμένη βία, τον βίαιο εκφοβισμό, συνωμοσίες κατά των δικαιωμάτων και άλλες προσπάθειες να διαταράξουν τη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας». Η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει την υπόθεση Prairieland για να δικαιολογήσει αυτήν την ευρύτερη καταστολή. Οι αρχές υποστήριξαν ότι τα γεγονότα γύρω από τη διαδήλωση στο Αλβαράδο αντιπροσώπευαν μια υπαρξιακή απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στόχος τους είναι να χρησιμοποιήσουν την υπόθεση Prairieland για να ποινικοποιήσουν περαιτέρω τα κινήματα αντίστασης σε ολόκληρη τη χώρα.

 

Prairieland3


Ο απόηχος της εξέγερσης του Τζορτζ Φλόιντ
Για να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε στην υπόθεση Prairieland, πρέπει να δούμε τα χρόνια που προηγήθηκαν για να δούμε πώς εξελίχθηκε η καταστολή μετά την εξέγερση του Τζορτζ Φλόιντ. Η κυβέρνηση προσπάθησε και απέτυχε να σταματήσει την εξέγερση του 2020 με ωμή βία. Στη συνέχεια, προσπάθησε να επιτεθεί σε κάθε μια από τις πληθυσμιακές ομάδες που συμμετείχαν στην εξέγερση ξεχωριστά. Στα έξι χρόνια που ακολούθησαν αυτή την εξέγερση, οι ομοσπονδιακές, πολιτειακές και δημοτικές αρχές προσπάθησαν να συντρίψουν τους φυλετικοποιημένους εφήβους και νέους, τους αναρχικούς, τα ταμεία αλληλεγγύης, τους διαδηλωτές ενάντια στον πόλεμο, τους μετανάστες, τους «αντιφασίστες» και τους αντικομφορμιστές του φύλου με διάφορα μέσα. Για να αντιληφθούμε την καταστολή στο Τέξας στο πλαίσιο, πρέπει να επαναξετάσουμε αυτό το μοτίβο.


Η καταστολή της «σκηνής των αυτοκινήτων»
Το κράτος δοκιμάζει τα εργαλεία του σε περιθωριοποιημένες ομάδες και στη συνέχεια τα επεκτείνει όπου μπορεί.
Μια νεανική υποκουλτούρα αυτοκινήτων που επικεντρώθηκε γύρω από τις καταλήψεις δρόμων και τις κόντρες εξαπλώθηκε σε εθνικό επίπεδο τα χρόνια πριν από το 2020. Οι συμμετέχοντες σε αυτήν την υποκουλτούρα, κυρίως νεαροί μαύροι και λατίνοι άνδρες, συγκρούονταν τακτικά με την αστυνομία που παρένεβαινε στις συνεργατικές και μη κερδοσκοπικές εκδηλώσεις τους.
Κατά τη διάρκεια των ταραχών του Τζορτζ Φλόιντ το 2020, αυτή η υποκουλτούρα έπαιξε επανειλημμένα κρίσιμο ρόλο στις υποδομές διαμαρτυρίας. Οι συμμετέχοντες απέκλεισαν δρόμους, συντόνισαν καραβάνια μεγάλης κλίμακας και επέτρεψαν την ταχεία μετακίνηση σε μητροπολιτικές περιοχές, εξαπλώνοντας την αναταραχή πολύ πέρα από τα κέντρα των πόλεων. Καθώς οι κινητοποιήσεις εξασθενούσαν, εκατομμύρια συσπειρώθηκαν για να υπερασπιστούν τους «διαδηλωτές», αλλά λίγοι υπερασπίστηκαν τους «κοντράκηδες», ακόμη και όταν αυτές οι ομάδες αλληλεπικαλύπτονταν.
Η αποτυχία υπεράσπισης αυτής της «σκηνής» είχε σοβαρές συνέπειες.
Τα τελευταία πέντε χρόνια, τα αστυνομικά τμήματα σε όλη τη χώρα έχουν δημιουργήσει ειδικές μονάδες «αγώνων δρόμου». Η καταστολή της συγκεκριμένης «σκηνής» έσυρε χιλιάδες νέους -πολλοί από τους οποίους έπαιξαν ρόλο στις διαδηλώσεις του 2020- στο σωφρονιστικό σύστημα χωρίς να προκαλέσει δημόσιες αντιδράσεις. Χρησιμοποιώντας αυτή την προσέγγιση, το κράτος εφάρμοσε πιλοτικά με επιτυχία ένα μοντέλο μαζικής παρακολούθησης και ποινικοποίησης υπό την κάλυψη της οδικής ασφάλειας και της δημόσιας τάξης. Μέχρι το 2025, οι Αυτοματοποιημένοι Αναγνώστες Πινακίδων Κυκλοφορίας παρακολουθούσαν μετανάστες και αιτούσες εκτρώσεων. Αυτό που ξεκίνησε ως καταστολή των αγώνων δρόμου έγινε υποδομή για την παρακολούθηση όλων.


Στόχευση κινημάτων διαμαρτυρίας
Κάθε μεγάλο κίνημα αντίστασης στις ΗΠΑ από το 2020 έχει αντιμετωπίσει αστυνομική βία και πολιτικές διώξεις. Νέες μορφές παρενόχλησης, εκφοβισμού και δίωξης υποδηλώνουν ότι η κυβέρνηση σκοπεύει να καταστείλει όλες τις σημαντικές μορφές αμφισβήτησης.

 

Υπερασπιστείτε το δάσος, σταματήστε την πόλη των μπάτσων

Μεταξύ 2021 και 2024, οι αρχές προσπάθησαν να καταστείλουν ένα λαϊκό κίνημα άμεσης δράσης που αντιστεκόταν στην επιβολή αστυνομικής στρατιωτικοποίησης στην Ατλάντα της Τζόρτζια. Καθώς θαρραλέοι διαδηλωτές αγωνίζονταν ενάντια στην κατασκευή του Cop City, η αστυνομία έκανε έφοδο σε σπίτια, κατέστειλε ένα τοπικό δημοψήφισμα, κατηγόρησε τους υπογράφοντες στον ιστότοπο της κυβέρνησης, κατηγόρησε δεκάδες διαδηλωτές για «εγχώρια τρομοκρατία» και κατηγόρησε τους διοργανωτές του ταμείου εγγύησης μαζί με άλλους 58 συλληφθέντες για εκβιασμόΣκότωσαν έναν διαδηλωτή, τον Manuel Esteban "Tortuguita" Paez Teran.
Για χρόνια, οι ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι προσπάθησαν να δημιουργήσουν το έδαφος για τη χρήση αυτού του είδους των κατηγοριών κατά των κινημάτων αντίστασης. Λόγω της ισχυρής υποστήριξης και των προσπαθειών αλληλεγγύης του κινήματος και της ανικανότητας των τοπικών αρχών, στην Ατλάντα, αυτή η στρατηγική δεν πήγε καλά για το κράτος. Παρά το γεγονός ότι απήγγειλε κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα εναντίον περισσότερων από 100 ατόμων και κατηγορίες RICO εναντίον 61, η κυβέρνηση απέτυχε να εξαναγκάσει έστω και ένα άτομο να συνεργαστεί με την αστυνομία εναντίον άλλων κατηγορουμένων.
Ωστόσο, όλη αυτή η βία και ο εκφοβισμός εμπόδισαν την αντίσταση στο έργο. Αυτός ήταν ο πρωταρχικός στόχος των αρχών: να χρησιμοποιήσουν την αστυνομική βία, τη δικαστική παρενόχληση και την ποινική δίωξη για να καταστείλουν ένα ισχυρό κοινωνικό κίνημα.

 

Camp αλληλεγγύης στη Γάζα
Την άνοιξη του 2024, ξέσπασαν διαδηλώσεις σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά της υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ εισβολής στη Γάζα, κατά την οποία ο ισραηλινός στρατός πραγματοποίησε συστηματικά τη γενοκτονία των Παλαιστινίων. Φοιτητές και μέλη της κοινότητας δημιούργησαν ένα camp διαμαρτυρίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Πλήθη συγκεντρώθηκαν και προσπάθησαν να δημιουργήσουν παρόμοια camp διαμαρτυρίας σε πανεπιστημιουπόλεις σε όλη τη χώρα. Σε απάντηση, η αστυνομία επιτέθηκε επανειλημμένα σε φοιτητές που συμμετείχαν στα camp αλληλεγγύης στη Γάζα, χρησιμοποιώντας δακρυγόνα, μπάλες πιπεριού, χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, τέιζερ και άλλες μορφές βίας.
Αργότερα το ίδιο φθινόπωρο, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και του Καναδά χαρακτήρισαν το Δίκτυο Αλληλεγγύης Παλαιστινίων Κρατουμένων Samidoun ως «τρομοκρατική οργάνωση» για τις υποτιθέμενες διασυνδέσεις του με το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ κατηγόρησε τον χορηγό του Samidoun, τη Συμμαχία για την Παγκόσμια Δικαιοσύνη, ότι λειτουργεί ως «ψεύτικη φιλανθρωπία». Αυτό απηχούσε σημεία του λεξιλογίου που χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει το Δίκτυο για Ισχυρότερες Κοινότητες, τον μη κερδοσκοπικό χορηγό του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ατλάντα, που είχε στοχοποιηθεί στην υπόθεση Cop City RICO.
Όταν ο πρωταρχικός τους στόχος είναι να τρομοκρατήσουν την κοινωνία, οι αρχές δοκιμάζουν τα όρια της εξουσίας τους επιτιθέμενοι στους πιο ορατούς στόχους.

 

Διαδηλώσεις κατά του ICE
Το καλοκαίρι του 2025, στο Λος Άντζελες ξέσπασε εξέγερση ενάντια στη βία που άσκησαν οι πράκτορες της Συνοριακής Περιπολίας και της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων. Κατά τη διάρκεια των μηνών που προηγήθηκαν, οι μεξικανικές, οι σαλβαδοριανές και άλλες κοινότητες είχαν αναπτύξει τις ικανότητές τους να συντονίζουν και να κινητοποιούν τους ανθρώπους μέσω απεργιών, πορειών, ενημερωτικών συνεδριών και περιορισμένων απεργιών, όπως η «Ημέρα Χωρίς Μετανάστες» του Φεβρουαρίου. Οι εργάτες γης από τη Λατινική Αμερική συμμετείχαν σε ένα είδος κυλιόμενης απεργίας, αφήνοντας τη βιομηχανική γεωργία με υποτυπώδη συνεργεία, καθώς πολλοί έμεναν σπίτι ή περιόριζαν τον χρόνο τους στα χωράφια υπό τον φόβο κράτησης ή σύλληψης. Αυτό αύξησε το κόστος των ειδών παντοπωλείου, μειώνοντας τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ.
Στις 13 Ιουνίου, καθώς οι ταραχές και οι αντιπαραθέσεις εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, οι ομοσπονδιακές αρχές συνέλαβαν τον Alejandro Theodoro Orellana επειδή φέρεται να μοίραζε μάσκες προσώπου σε διαδηλωτές. Οι εισαγγελείς τον κατηγόρησαν για «συνωμοσία για τη διάπραξη κοινωνικών αναταραχών», αν και ένα δικαστήριο αργότερα απέσυρε τις κατηγορίες του.
Καθώς οι πανεθνικές διαμαρτυρίες μειώθηκαν, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανέπτυξε την Εθνοφρουρά, την Εσωτερική Ασφάλεια και τους Αμερικανούς πεζοναύτες στο Λος Άντζελες, το Σικάγο, την Ουάσιγκτον, το Μέμφις και τη Νέα Ορλεάνη. Μέχρι τον Ιούλιο του 2025, αυτά τα πειράματα καταστολής είχαν θέσει τις βάσεις για την υπόθεση Prairieland.

 

Prairieland2

 

Ανάγνωση του Μοτίβου
Η υπόθεση Prairieland είναι η τελευταία προσπάθεια σταθεροποίησης ενός συστήματος που έχει κλυδωνιστεί από ισχυρά κινήματα βάσης. Είναι μια προσπάθεια να κανονικοποιηθεί η αντιμετώπιση των δομών αντίστασης ως τρομοκρατία, προκειμένου να ανακτηθεί ο έλεγχος, τρομοκρατώντας τους κατηγορούμενους μέσω τιμωρητικών κατηγοριών και απομονώνοντάς τους μέσω προφυλακίσεων και μιντιακών εκστρατειών εκφοβισμού με την ελπίδα να δημιουργηθούν νέα νομικά δεδικασμένα για την καταστολή.
Οι αρχές προσπαθούν πάντα να ξεπεράσουν τα εσκαμμένα. Όταν αποτυγχάνουν να ποινικοποιήσουν ένα κοινωνικό κίνημα, προσπαθούν ξανά αλλού. Ακόμη και όταν δεν θέτουν τα νομικά δεδικασμένα που επιθυμούν, επωφελούνται από τους τρόπους με τους οποίους οι προσπάθειές τους διαταράσσουν τα κοινωνικά κινήματα και τρομάζουν πιθανούς διαδηλωτές.
Για χρόνια, οι προσπάθειες της κυβέρνησης των ΗΠΑ να καταστείλει την ανυπακοή έχουν επανειλημμένα φέρει τους αναρχικούς στο στόχαστρο τους. Οι τακτικές και οι στρατηγικές που χρησιμοποιούν οι αναρχικοί τείνουν να είναι αποτελεσματικές, μεταδοτικές και εύκολες να αναπαραχθούν. Κατά συνέπεια, αποτελούν σοβαρή απειλή για όσους στοχεύουν στην εδραίωση της εξουσίας στην κοινωνία μας.
Κατά τη διάρκεια των κατασταλτικών επιχειρήσεών τους, οι ομοσπονδιακές αρχές έχουν παγιδεύσει αγωνιστές, έχουν κάνει επιδρομές σε σπίτια και έχουν διαδώσει θεωρίες συνωμοσίας. Έχουν πει ψέματα σε δικαστές, μέσα ενημέρωσης και στο ευρύ κοινό. Έχουν ασκήσει αδιάκριτη βία κατά διαδηλωτών και υποστηρικτών σε διάφορα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Όποτε είναι δυνατόν, προσπάθησαν να δημιουργήσουν νομικά δεδικασμένα που θα τους έδιναν μεγαλύτερη πλεονέκτημα στο μέλλον. Το 2017, για παράδειγμα, οι εισαγγελείς της Ουάσιγκτον επιδίωξαν μια νομική δίωξη που θα καθιστούσε απλώς το να φοράς μαύρα κατά τη διάρκεια μιας κινητοποίησης πράξη συνωμοσίας. Απέτυχε. Κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του 2020, οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι το να είσαι απλώς στους δρόμους ήταν από μόνο του ένδειξη εγκληματικής πρόθεσης. Ως επί το πλείστον, και αυτό απέτυχε. Οι εισαγγελείς της Τζόρτζια προσπάθησαν να υποστηρίξουν ότι η συμμετοχή σε διαδηλώσεις κατά της Cop City, οι οικονομικές συνεισφορές σε ταμεία για εγγυήσεις και οι έρανοι γενικά είναι πράξεις εκβιασμού. Αυτή η υπόθεση φαίνεται απίθανο να πετύχει, αλλά σηματοδοτεί μια σημαντική κλιμάκωση.
Αλλά η κυβέρνηση δεν χάνει πάντα.
Τον Ιανουάριο του 2025, ο Brian DiPippa καταδικάστηκε σε ποινή 60 μηνών επειδή φέρεται να πέταξε μια βόμβα καπνού σε μια διαμαρτυρία κατά των τρανσφοβικών ομιλητών σε πανεπιστημιούπολη στο Πίτσμπουργκ. Ο Casey Goonan, ένας αναρχικός από την Bay Area, μόλις άρχισε να εκτίει μια ποινή 20 ετών για τον εμπρησμό ενός περιπολικού της αστυνομίας του UC Berkeley σε αντίποινα για τις επιθέσεις της αστυνομίας στα camp αλληλεγγύης με τη Γάζα.
Εάν όλες αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν μέρος ενός ενιαίου μοτίβου, εάν μπορούν να εξεταστούν μέσα σε ένα ενιαίο γενικό πλαίσιο, τότε μόνο μια φιλόδοξη, συλλογική απάντηση μπορεί να προσφέρει μια αποτελεσματική απάντηση.

 

Prairieland4

 

Η συνολική οπτική
«Σε όλο τον κόσμο, τα κράτη και οι αστυνομικές τους δυνάμεις επιλέγουν από την ίδια ποικιλία τακτικών για να επιτύχουν τους ίδιους σκοπούς. Οι συγκεκριμένες επιλογές που κάνουν ποικίλλουν ανάλογα με το πλαίσιό τους, αλλά η εργαλειοθήκη και οι θεμελιώδεις στόχοι είναι οι ίδιοι».

Μια παγκόσμια άποψη της καταστολής

Η διατήρηση των ιεραρχιών και της ανισότητας απαιτούσε πάντα καταστολή. Στις καπιταλιστικές κοινωνίες, όπου η ανισότητα είναι έντονη, το «έγκλημα» και τα ποινικοποιημένα μέσα επιβίωσης έχουν γίνει σημαντικό μέρος της καθημερινής ζωής. Αυτές οι ποινικοποιημένες μορφές διαβίωσης χρησιμοποιούνται, με τη σειρά τους, από την κυβέρνηση για να δικαιολογήσουν ευρείες επιθέσεις σε κοινότητες που αγωνίζονται. Τα κοινωνικά κινήματα που αντιστέκονται σε αυτό το μοτίβο αδικίας μπαίνουν στο στόχαστρο της καταστολής.
Εξετάζοντας την καταστολή αλλού σε όλο τον κόσμο τα χρόνια που προηγήθηκαν της υπόθεσης Prairieland, μπορούμε να δούμε πώς παρόμοια μοτίβα έχουν εκτυλιχθεί παγκοσμίως.
Στη Ρωσία, στην υπόθεση Network του 2017, η ρωσική μυστική αστυνομία απήγαγε αγωνιζόμενους, «φύτεψε» όπλα στα αυτοκίνητά τους και τους βασάνισε με ηλεκτρικό ρεύμα για να τους αναγκάσει να υπογράψουν ψευδείς ομολογίες αποδεχόμενοι τη συμμετοχή τους σε ένα κατασκευασμένο τρομοκρατικό δίκτυο. Αυτές οι τακτικές της αστυνομίας έχουν γίνει έκτοτε τυπική διαδικασία στη Ρωσία. Στη Γαλλία, η καταστολή του κινήματος Soulevements de la Terre («Εξεγέρσεις της Γης») το 2023 δείχνει πώς τα κράτη κλιμακώνονται για να δυσφημίσουν ολόκληρα κινήματα ως «τρομοκρατικά» αφού η βίαιη καταστολή αποτυγχάνει να τα διαλύσει. Ομοίως, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συνέλαβε σχεδόν 2.700 άτομα επειδή κρατούσαν πλακάτ που δήλωναν την αλληλεγγύη τους στην Palestine Action, ένα δίκτυο άμεσης δράσης που αντιστέκεται στη βρετανική υποστήριξη στις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις. Το γεγονός ότι ένας δικαστής αργότερα έκρινε παράνομη αυτή την απαγόρευση υπογραμμίζει μόνο τον βαθμό στον οποίο οι σύγχρονες μορφές καταστολής πιέζουν τα όρια του υπάρχοντος νομικού συστήματος.
Έτσι, οι τακτικές που αναπτύχθηκαν εναντίον των κατηγορουμένων της Prairieland αντικατοπτρίζουν μια παγκόσμια τάση της κρατικής καταστολής που στοχεύει τα κοινωνικά κινήματα, συχνά με μέσα που ξεπερνούν ή παραβιάζουν τους υπάρχοντες νόμους. Το ρωσικό παράδειγμα δείχνει τη φρίκη που μας περιμένει αν προχωρήσουμε περαιτέρω σε αυτόν τον δρόμο.
Όλοι όσοι ενδιαφέρονται για την κοινωνική αλλαγή θα πρέπει να παρακολουθούν στενά την υπόθεση Prairieland. Οι εισαγγελείς σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν αυτή την υπόθεση για να ποινικοποιήσουν τη διαμαρτυρία έξω από τις φυλακές, τα μαύρα ρούχα κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, τη χρήση πυροτεχνημάτων κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, την αφαίρεση ατόμων που έχουν συλληφθεί από ομαδικές συνομιλίες, τη μεταφορά αναρχικών φυλλαδίων και την άρνηση να «καρφώσουν» συγκατηγορούμενους τους. Εάν είναι επιτυχείς, η υπόθεση θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενα που θα επηρεάσουν τους διαδηλωτές για τα επόμενα χρόνια.
Μέχρι στιγμής, επτά κατηγορούμενοι της Prairieland έχουν υπό καθεστώς τρομοκρατίας υποκύψει στην υπογραφή συμφωνίας με τις εισαγγελικές αρχές. Σε διάφορους βαθμούς, αυτές οι συμφωνίες εμπλέκουν άλλους σε εγκλήματα. Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπισαν μήνες απομόνωσης, απότομες μετεγκαταστάσεις, τιμωρητικά υψηλή εγγύηση που ορίστηκε κατά μέσο όρο στα 5 εκατομμύρια δολάρια, άρνηση φαρμακευτικής αγωγής, περιορισμένη πρόσβαση σε δικηγόρους και εκφοβισμό. Αρκετοί κατηγορούμενοι αναφέρουν ότι αντιμετωπίζουν επανειλημμένες σωματικές έρευνες σε καθημερινή βάση. Όπως και στις ρωσικές υποθέσεις βασανιστηρίων, η πρακτική του εξαναγκασμού των κατηγορουμένων να υπογράψουν συμφωνίες συνεργασίας στοχεύει στην υπονόμευση των κοινωνικών κινημάτων και της ίδιας της δυνατότητας έκφρασης αλληλεγγύης.

 

Prairieland1


Τι βρίσκεται μπροστά
Σε όλη τη χώρα, οι ομοσπονδιακές αρχές και οι πολιτειακές αρχές πιστές στον Ντόναλντ Τραμπ δοκιμάζουν στρατηγικές για την καταστολή της κοινωνικής αντίστασης, ενώ οι Δημοκρατικές πολιτειακές αρχές αναζητούν τρόπους να συνεργαστούν για τη διατήρηση αυτής της «τάξης» χωρίς να προκαλούν τους ψηφοφόρους τους. Στο Τέξας, η αστυνομία, οι ομοσπονδιακοί πράκτορες και οι δικαστές πειραματίζονται με μεθόδους που ελπίζουν να χρησιμοποιήσουν για να συντρίψουν όλους όσους επιδιώκουν την κοινωνική αλλαγή. Ακριβώς όπως δεκάδες άνθρωποι διώχθηκαν για αβάσιμες κατηγορίες ως κατασταλτική μεθόδευση ενάντια στο κίνημα Stop Cop City, οι κατηγορούμενοι στην υπόθεση Prairieland κατηγορούνται τιμωρητικά, κρατούνται χωρίς εγγύηση, απομονώνονται από τους δικηγόρους και το κοινό και τρομοκρατούνται για να υπογράψουν δηλώσεις ενοχής.
Οι δολοφονίες της Renee Good και του Alex Pretti μας δείχνουν τι μας περιμένει στο τέλος αυτού του δρόμου. Σε αυτές τις εξωδικαστικές δημόσιες εκτελέσεις, οι νομοθετικοί και δικαστικοί θεσμοί της κυβέρνησης δεν παίζουν κανένα ρόλο: η εκτελεστική εξουσία επιλέγει τον στόχο, τραβάει τη σκανδάλη και στη συνέχεια δηλώνει ότι τα θύματα είναι ένοχα για τρομοκρατία. Η αμεσότητα και η ακλόνητη στάση που επέδειξαν οι διαδηλωτές σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες απαντώντας σε αυτές τις δολοφονίες θα πρέπει να αποτελέσουν παράδειγμα για το πώς ανταποκρινόμαστε και στην υπόθεση Prairieland.
Καθώς πλησιάζει η δίκη, θα πρέπει να φέρουμε την υπόθεση στο επίκεντρο της προσοχής του κοινού ως θεμελιώδες μέλημα της συνεχιζόμενης αντίστασης κατά του ICE. Για να αντιστρέψουμε το κύμα της καταστολής, θα πρέπει να υποστηρίξουμε όλους τους κατηγορούμενους που δεν συνεργάστηκαν με τις αρχές.
Ο Τραμπ σκοπεύει να χρησιμοποιήσει όλες τις δυνάμεις που έχει στη διάθεσή του για να διατηρήσει την εξουσία με κάθε κόστος - αστυνομία, δικαστές, δικαστήρια, ομοσπονδιακές υπηρεσίες και μέσα ενημέρωσης. Εάν απειληθεί ο έλεγχός του, θα κατηγορήσει όποιον μπορεί για τρομοκρατία, καθώς αυτό είναι ένα μέσο για να δώσει στην κυβέρνησή του απεριόριστη εξουσία. Νικώντας το ICE στους δρόμους και υποστηρίζοντας όλους όσους αναλαμβάνουν δράση για να αντισταθούν στην άνοδο του αυταρχισμού, μπορούμε να ανακατευθύνουμε την οργή εναντίον εκείνων που στην πραγματικότητα τρομοκρατούν τις κοινότητες σε όλη τη χώρα και σε όλο τον κόσμο: τους πολιτικούς, τους πλούσιους και τους ένοπλους μισθοφόρους από τους οποίους εξαρτώνται.