«Η Αστυνομία φρόντισε να σβήσει κάθε σπίθα ενθουσιασμού. Ακούσαμε αξιωματικό να συμβουλεύει αξιωματικούς να 'σπάσουν στο ξύλο' όποιον θα χορέψει ή θα χειροκροτήσει με περισσότερον ενθουσιασμό. Και... εγένετο. Το γήπεδον του Παναθηναϊκού ήταν γεμάτο από αστυνομικούς, σαν οι νέοι που παρακολούθησαν το ρεσιτάλ να ήσαν κρατούμενοι. Εκδηλώσαμε την αποδοκιμασία μας και αστυνομικό όργανο που ευρίσκετο δίπλα μας έσπευσε να απειλήσει. 'Θα σου σπάσουμε τα μούτρα... Λαμπράκισσα'».
Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου, Έθνος 18/4/1967 με αφορμή τη διάλυση της
συναυλίας των Rolling Stones την προηγουμένη στην Αθήνα.

 

Πριν από οτιδήποτε άλλο θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλον τον κόσμο που προσήλθε στη συναυλία, όπως ασφαλώς και του καλλιτέχνες που ανιδιοτελώς συμμετείχαν σε αυτήν και να ζητήσουμε μια συγγνώμη για το ότι δεν έγινε κατορθωτό να τελειώσει η υπέροχη γιορτή που στήσαμε μαζί όπως είχαμε προγραμματίσει. Δεν ξέρουμε αν πραγματικά ευθυνόμαστε για αυτό, ωστόσο δεν υπάρχει και κανένας άλλος για να πει μια συγγνώμη στους 7.000 ανθρώπους που προσήλθαν στη συναυλία, μεταξύ αυτών έγκυες γυναίκες, άνθρωποι με κινητικά ή και αναπνευστικά προβλήματα, ηλικιωμένοι ή άνθρωποι σε αναπηρικά αμαξίδια, οι οποίοι δέχτηκαν τη δολοφονική επίθεση των ΜΑΤ με ασφυξιογόνα αέρια και δακρυγόνα σε έναν περιορισμένο χώρο, όπου όλοι έπρεπε ουσιαστικά να εξέλθουν από μια σκάλα μερικών μέτρων. Ότι δεν ποδοπατήθηκε ή δεν δολοφονήθηκε χθες κόσμος αποτέλεσε καθαρά ζήτημα τύχης αφενός αλλά και συνάρτηση της μεγάλης ψυχραιμίας και αλληλεγγύης –δεδομένων των συνθηκών- που επέδειξε το σύνολο του κόσμου και η διοργάνωση.
Είναι γεγονός ότι το υπουργείο και η ΕΛ.ΑΣ. βρέθηκαν σε ένα τρομερό αδιέξοδο δεν ανέλαβαν την ευθύνη να κηρύξουν απαγορευμένη εκ των προτέρων μια μουσική συναυλία ενός από τους πιο γνωστούς και αγαπημένους καλλιτέχνες του καιρού μας, ωστόσο από την άλλη δεν μπορούσαν με τίποτα να την ανεχθούν. Δεν θα μπορούσαν ποτέ να ανεχθούν τα χαρούμενα πρόσωπα, τους χιλιάδες ανθρώπους που κατέκλυσαν τον χώρο, δεν θα μπορούσαν να ανεχθούν τις καταγγελίες του Γ. Μάγγου, πατέρα του βασανισθέντα Β. Μάγγου, δεν θα μπορούσαν να ανεχτούν ποτέ τα ατίθασα λόγια του Θανάση είτε ειπωμένα είτε τραγουδισμένα. Κυριότερα όλων δεν θα μπορούσαν να ανεχτούν ποτέ όλα αυτά να συμβαίνουν κάτω από τις τεράστιες μαυροκόκκινες σημαίες των αναρχικών, σε μια τιτάνια προσπάθεια να ανοίξουμε το άσυλο, τα πανεπιστήμια πραγματικά σε όλη την κοινωνία, όπως συνέβη για περίπου τρεις ώρες με όλον τον κόσμο να αποδίδει συγχαρητήρια για την άψογη διοργάνωση της εκδήλωσης.
Για αυτό δεν έμενε άλλος δρόμος από τον ανήκουστο. Να επιτεθούν ευθέως σε χιλιάδες κόσμου, ώστε να πετύχουν να αδειάσουν το campus, να τον τρομοκρατήσουν ώστε να μην επιχειρήσει να παρευρεθεί ξανά σε εκδηλώσεις, να τραυματίσουν τη σχέση εμπιστοσύνης και ώσμωσης χιλιάδων ανθρώπων με τα πανανθρώπινα ιδανικά του αναρχισμού: την αλληλεγγύη, την αξιοπρέπεια, τον αγώνα για ένα καλύτερο και πιο φωτεινό μέλλον. Να σταματήσουν αν θέλετε ακόμη και την οικονομική ενίσχυση του ελευθεριακού κινήματος, των φυλακισμένων και των διωκόμενων. Αφού λοιπόν αρχικά άφησαν επιδεικτικά εγκατεστημένη μια διμοιρία ΜΑΤ στα 15 μέτρα από την πλαϊνή είσοδο του φεστιβάλ εν είδη πρόκλησης, αφού είδαν κι απόειδαν ότι κανένας δεν ασχολιόταν με την περιττή και ενοχλητική παρουσία τους αναγκάστηκαν εξαιτίας του τεράστιου όγκου του κόσμου και της οργανωμένης περιφρούρησης να τους πάνε πιο πέρα στο άνοιγμα της πλατείας μπροστά στην πρυτανεία. Χρειάστηκε να εκμεταλλευτούν τη θρασυδειλία 15 περίπου χρήσιμων ηλίθιων που πετάξανε 3-4 πέτρες σε μια απόσταση πάνω από 400 μέτρων μακριά και τελείως άσχετα από το χώρο της συναυλίας, χωρίς καν να γίνει αυτό αντιληπτό σε κάποιον, για να ενεργοποιήσουν το σχέδιο τους να διανύσουν όλη την απόσταση για να έρθουν και να διαλύσουν τη διοργάνωση, ώστε να πάψει οποιαδήποτε φωνή τους αντιτίθεται. Γεγονός που αποκαλύφθηκε εκ νέου με την επίθεση στην πορεία όταν αυτή επιχείρησε να επανέλθει στους χώρους του φεστιβάλ. Η δε επίσημη ανακοίνωση της αστυνομίας, ότι δεν επιτέθηκε και δεν χρησιμοποίησε χημικά κατατάσσεται μεμιάς στα μνημεία αλητείας και ψεύδους που έχουν εμφανιστεί στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα. Τους την πετάμε στα μούτρα.
Χθες καταδείχτηκαν περίτρανα σε όλους όλα όσα διαδηλώνουμε μέσα στα χρόνια ότι δεν ντρέπονται προ ουδενός, ότι είναι μια θράκα δολοφόνων και εγκληματιών και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι ένα ασκέρι καθαρμάτων που δεν θα διστάσει να τους ξαμολήσει, έως και να δολοφονήσουν για να πετύχουν την εξυπηρέτηση των δικών τους ιδιαίτερων ταξικών συμφερόντων. Ωστόσο δεν χαιρόμαστε για αυτήν την παραδοχή, καθώς δεν θα ανταλλάσσαμε ποτέ τη σωματική ακεραιότητα έστω κι ενός ανθρώπου για να γίνει κατανοητό τι είναι η εξουσία και η αστυνομία. Θέλουμε πάντα η οργή και η συνείδηση να καλλιεργούνται, όχι με τους ανθρώπους σε κατάσταση άμοιρου θύματος, αλλά μέσα από την ευρύτερη κατανόηση της αδικίας που αποτελεί την απαρχή για τη χειραφέτηση κάθε ενός.
Ο αγώνας είναι μακρύς, ο δρόμος άσωτος μα ένας χάρτης του κόσμου που δεν αποτυπώνει την ουτοπία είναι θλιβερός και άδοξος. Δεν μπορούμε να ζήσουμε για πάντα στην εποχή των τεράτων. Γι’ αυτό θα συνεχίσουμε να βαδίζουμε προς τα εκεί σήμερα, αύριο πάντα. Ως αναρχικοί και αναρχικές, ως Άνθρωποι συνεχίζουμε να δίνουμε το χέρι σε όποιον σηκώνεται.

Υ.γ. Και μια απάντηση που οφείλουμε στον φίλο μας Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο οποίος αναρωτιέται στο κλείσιμο της ανάρτησης του σχετικά με τα γεγονότα: «Γίνεται το γρούνι μοδίστρα;». -Δεν γίνεται Θανάση μου. Εις το επανιδείν.