*Πανό από την απεργιακή διαδήλωση της 12ης Μάη 2011, μια ημέρα μετά τη δολοφονική επίθεση των ΜΑΤ στον Γιάννη Καυκά
Στις 9 Νοεμβρίου 2026 θα βρεθώ ξανά στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Δεκαπέντε χρόνια μετά τη δολοφονική επίθεση που δέχθηκα από δυνάμεις των ΜΑΤ στη διαδήλωση της 11ης Μαΐου 2011, το Ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να επιδιώκει την ανατροπή των αποφάσεων που αναγνώρισαν την ευθύνη του για τον βαρύ τραυματισμό μου. Δεκαπέντε χρόνια μετά, το κράτος εξακολουθεί να υπερασπίζεται όχι μόνο τους φυσικούς αυτουργούς της επίθεσης αλλά συνολικά το καθεστώς ατιμωρησίας της αστυνομικής βίας.
Το 2011 ήταν η περίοδος της βίαιης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που επιβλήθηκε μέσα από τα μνημόνια, τη λεηλασία της κοινωνίας, τη φτωχοποίηση, την ανεργία και τη διάλυση κάθε κοινωνικής προστασίας. Ήταν η περίοδος όπου το κράτος και το κεφάλαιο επιχειρούσαν να επιβάλουν ένα νέο καθεστώς φόβου, πειθάρχησης και εξαθλίωσης απέναντι σε μια κοινωνία που αντιστεκόταν καθημερινά στους δρόμους. Οι γενικές απεργίες, οι συγκρούσεις, οι πλατείες και οι μαζικές διαδηλώσεις εκείνης της περιόδου ήταν η συλλογική απάντηση απέναντι σε μια ιστορική επίθεση πάνω στις ζωές μας. Και ακριβώς γι’ αυτό η καταστολή εκείνης της περιόδου ήταν τόσο ακραία.
Στην απεργιακή διαδήλωση της 11ης Μαΐου 2011 το μπλοκ της Συνέλευσης Αντίστασης και Αλληλεγγύης Κυψέλης-Πατησίων, στο οποίο συμμετείχα, μεταξύ πολλών άλλων μπλοκ, (συνελεύσεων γειτονιάς, ταξικών σωματείων βάσης, αριστερών και αναρχικών συλλογικοτήτων), δέχθηκε απρόκλητη, συντονισμένη και δολοφονική επίθεση από τις δυνάμεις των ΜΑΤ την ώρα που η πορεία αποχωρούσε συντεταγμένα από το Σύνταγμα. Στην συγκεκριμένη πορεία, όπως και σε άλλες, εγώ κρατούσα το πανό της συλλογικότητας στην οποία συμμετείχα. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης πολλές διμοιρίες των ΜΑΤ, περικύκλωσαν τα μπλοκ των διαδηλωτών, ψέκαζαν με χημικά εξ επαφής και εκτόξευαν χειροβομβίδες κρότου λάμψης μέσα στο σώμα της πορείας. Παράλληλα χτυπούσαν με λύσσα τους διαδηλωτές τόσο με την πίσω-μεταλλική πλευρά των γκλοπ τους όσο και με τους ατομικούς πυροσβεστήρες που φέρουν συγκεκριμένοι κάθε φορά αστυνομικοί κάθε διμοιρίας. Το αποτέλεσμα ήταν περί τους 100 διαδηλωτές να καταλήξουν σε διάφορα νοσοκομεία της Αττικής οι περισσότεροι με χτυπήματα στο κεφάλι, γεγονός του καταδεικνύει και τις προθέσεις των αστυνομικών, ενώ άλλοι τόσοι δέχθηκαν τις πρώτες βοήθειες επί τόπου, αφού δεν υπήρχαν αρκετά ασθενοφόρα να μεταφέρουν τόσο κόσμο. Εμένα συγκεκριμένα με χτύπησαν με βαρβαρότητα επανειλημμένα στο κεφάλι και το σώμα με γκλοπ, αλλά τα σοβαρότερα πλήγματα προήλθαν από έναν πυροσβεστήρα που, όπως ανέφερα, διαθέτουν συγκεκριμένοι αστυνομικοί σε κάθε διμοιρία. Συνέπεια αυτής της βαρβαρότητας ήταν να προκληθούν σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, μεγάλο επισκληρίδιο αιμάτωμα και να πέσω σε βαθύ κώμα. Κατάφερα και έφτασα στο νοσοκομείο χάρη στην βοήθεια συντροφισσών και συντρόφων, του αδερφού μου κι ενός γιατρού που αξιολόγησε την σοβαρότητα της κατάστασης επί τόπου. Χειρουργήθηκα εσπευσμένα και έμεινα διασωληνωμένος σε καταστολή για δέκα μέρες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και άλλες τόσες στην νευροχειρουργική κλινική του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας. Η επίσημη περιγραφή της κατάστασης στην οποία έφτασα στο νοσοκομείο περιγράφεται δε από τους θεράποντες ιατρούς, ως “προθανάτια”, ενώ στο πρώτο επίσημο ιατρικό ανακοινωθέν, οι γιατροί δήλωσαν πως πέντε λεπτά αργότερα θα ήταν πολύ αργά για τη ζωή μου. Μια καθαρά δολοφονική επίθεση από τα σώματα καταστολής ενός κράτους που εκείνη την περίοδο επιχειρούσε να επιβάλει δια πυρός και γκλομπ τη μνημονιακή αναδιάρθρωση πάνω στην κοινωνία.
Ακολούθησαν χρόνια συγκάλυψης και καθυστερήσεων.
Πρώτα ήρθε το απαλλακτικό βούλευμα που έκλεισε την ποινική διαδικασία χωρίς ποτέ να κατηγορηθεί κανείς και χωρίς να παραπεμφθεί κανείς σε δίκη. Παρά τις φωτογραφίες, τους μάρτυρες, τα στοιχεία και το γεγονός ότι ένας άνθρωπος βρέθηκε σε προθανάτια κατάσταση από χτύπημα των ΜΑΤ στο κέντρο της Αθήνας, το κράτος “δεν μπόρεσε” να βρει κανέναν υπεύθυνο. Στη συνέχεια ακολούθησαν χρόνια αναμονής στα διοικητικά δικαστήρια. Χρειάστηκαν σχεδόν δέκα χρόνια μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο και ακόμη περισσότερος χρόνος μέχρι την απόφαση του Εφετείου που επιβεβαίωσε την ευθύνη του Δημοσίου και αύξησε την αποζημίωση. Και ακόμη και τότε, το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο επέλεξε να συνεχίσει μέχρι τέλους τη δικαστική εξόντωση μου αντί να αναλάβει την ευθύνη καταθέτοντας αίτηση αναίρεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας Μόνο στο Συμβούλιο της Επικρατείας η υπόθεση έχει ήδη αναβληθεί τέσσερις φορές.
Τέσσερις φορές η εκδίκαση μετατέθηκε. Τέσσερις φορές η αναμονή έγινε κομμάτι της τιμωρίας μου επειδή αρνούμαι να δεχτώ σιωπηλά την θανατοπολιτική τους. Τέσσερις φορές επιβεβαιώθηκε ότι για τους μηχανισμούς της εξουσίας η καθυστέρηση δεν είναι δυσλειτουργία αλλά εργαλείο φθοράς, ηθικής και οικονομικής μου εξάντλησης.
Η δική μου υπόθεση δεν είναι εξαίρεση. Είναι κομμάτι μιας μακράς ιστορίας κρατικής βίας και κοινωνικού ελέγχου. Είναι η ίδια αλυσίδα που συνδέει τη δική μου υπόθεση με τον ξυλοδαρμό και τον θάνατο του Βασίλη Μάγγου στον Βόλο, με την πρόσφατη δολοφονία του Θοδωρή Ζαβραδινού στο Άργος, με βασανισμούς μέσα σε αστυνομικά τμήματα, με δολοφονίες μεταναστών και Ρομά, όπως του Νίκου Σαμπάνη και του Κώστα Φραγκούλη με επιθέσεις σε διαδηλωτές, φοιτητές και αγωνιζόμενους ανθρώπους.
Κάθε φορά το ίδιο μοτίβο: κρατική βία, συγκάλυψη, ΕΔΕ, αναβολές, αθωώσεις και τελικά λήθη.
Δεν πρόκειται για “παρεκτροπές”. Πρόκειται για τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας της εξουσίας. Η αστυνομική βία δεν είναι εξαίρεση της δημοκρατίας τους. Είναι οργανικό στοιχείο της. Είναι ο μηχανισμός μέσα από τον οποίο επιβάλλεται η κοινωνική πειθάρχηση όταν οι από κάτω αντιστέκονται.
Γι’ αυτό και στις 9 Νοεμβρίου δεν δικάζεται μόνο μια αποζημίωση. Δικάζεται το δικαίωμα του κράτους να χτυπά, να σακατεύει και μετά να μην λογοδοτεί ποτέ. Δικάζεται η ίδια η δυνατότητα να κατονομάζουμε τη βία της εξουσίας ως αυτό που πραγματικά είναι. Κι εγώ θα είμαι ξανά εκεί αλλά και πάλι δεν θα είμαι μόνος μου. Θα είναι εκεί οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες που εκείνη τη μέρα περπατούσαμε μαζί. Που την επόμενη μέρα ξαναβγήκαν στον δρόμο αρνούμενοι να δεχτούν τον θάνατο ως μοίρα. Που συνεχίζουμε να περπατάμε μαζί όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά και με άλλες και άλλους που συναντηθήκαμε στα 15 χρόνια που έχουν περάσει από τότε στους κοινωνικούς αγώνες.
Απέναντι στη λήθη, τη συγκάλυψη και τον φόβο, επιμένουμε στη μνήμη, τη συλλογική αντίσταση και την αλληλεγγύη.
Γιατί τίποτα δεν χαρίζεται. Γιατί η δικαιοσύνη δεν απονέμεται από τους θεσμούς της εξουσίας , κατακτιέται μέσα στους κοινωνικούς αγώνες.
Καμία ειρήνη με την κρατική βία. Καμία λήθη. Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας.
Γιάννης Καυκάς 2/11/2026