ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΚΕΨΗ ΓΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 16

Η παιδεία βρίσκεται εδώ και δεκαετίες στο στόχαστρο του κράτους και του κεφαλαίου, με την επίθεση να έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια. Από την παγιωμένη υποχρηματοδότηση και την ρητορική επίθεση που δέχονται τα δημόσια πανεπιστήμια και σχολεία από το κράτος και τους κονδυλοφόρους του, με τα ίδια να παρουσιάζονται ως "κέντρα ανομίας", μέχρι τη σειρά νομοσχεδίων που έχουν περάσει ανά τα χρόνια, στοχεύοντας στην κατάργηση του ασύλου, στις διαγραφές και την επιβολή πειθαρχικών διώξεων σε φοιτητές/-τριές, τον έλεγχο της εισόδου στα ΑΕΙ, στην ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και πολλά ακόμα. Οι νέες εξαγγελίες για την αναθεώρηση του Συντάγματος, συμπεριλαμβανομένου και του Άρθρου 16, αποτελούν απλώς το επιστέγασμα, τη διαδικασία που θα επικυρώσει τις κρατικές διεργασίες δεκαετιών, παγιώνοντας μια νέα κοινωνική συνθήκη, πρωτόγνωρη μεταπολιτευτικά.
Γιατί όμως η παιδεία στοχοποιείται τόσο έντονα από το κράτος και τα αφεντικά; Και σε τι βαθμό η επίθεση αυτή διαφέρει από την επίθεση που δέχονται όλα τα κοινωνικά αγαθά συνολικά, όπως η Υγεία, η Στέγαση, οι Μεταφορές;
Εν μέσω της νεοφιλελεύθερης επέλασης, κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, κάθε διαπροσωπική σχέση πρέπει να ελέγχεται από το Κράτος και να γίνεται προς όφελος του Κεφαλαίου μετατρέποντας έτσι τις κοινωνικές σχέσεις σε οικονομικές, και εγκαθιδρύοντας μια νέα μορφή ολοκληρωτισμού, πολύ πιο ύπουλου και επικίνδυνου από αυτόν που έχουμε μάθει: τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό που εμπεδώνεται μέσα από την επιβολή της εξατομίκευσης, την επίθεση σε κάθε δυνατότητα συλλογικοποίησης έξω από τα όρια και τον έλεγχο του κράτους και την παγίωση του δόγματος περί μη ύπαρξης οποιασδήποτε εναλλακτικής από την τωρινή κατάσταση, καταστέλλοντας εν τη γεννέσει κάθε κοινωνική ανταρσία. Έτσι η παιδεία χάνει την κοινωνική της διάσταση και μετατρέπεται σε ένα ακόμα προϊόν στα ράφια της καπιταλιστικής μηχανής, μετατρεπόμενο σε ένα εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και υποσχόμενο στους υποψήφιους αγοραστές του τις δυνατότητες μιας "λαμπρής καριέρας" και ενός "υποσχόμενου μέλλοντος" στα όλο και στενότερα όρια που αφήνει ο καπιταλισμός στα πληβειακά στρώματα του πληθυσμού.
Σε αυτό το πλαίσιο ειδική αναφορά αξίζει να γίνει στο πως σε καιρούς πολεμικής προετοιμασίας όπως αυτούς που ζούμε σήμερα, με τα κράτη να ετοιμάζονται να ξαναμοιράσουν τη γη και τους λαούς προς όφελος τους, απαιτείται από την κοινωνία η πλήρη συστράτευση της πίσω από τα πολεμικά κελεύσματα. Στο ειδικό πεδίο της παιδείας και της επιστημονικης έρευνας αυτό μεταφράζεται μέσα από τη συνεργασία των ελληνικών πανεπιστημίων με την πολεμική βιομηχανία και το κράτος του Ισραήλ, που εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια σύσφιξης της σχέσης του ελληνικού κράτους με το ισραηλινό, στο όνομα των γεωστρατηγικών σχεδιασμών και του "εθνικού συμφέροντος". Έτσι, από το ΕΚΠΑ, το ΑΠΘ και το ΕΜΠ, μέχρι το Πανεπιστήμιο Πατρών, το ΠΑΔΑ και το ΔΠΘ, μια σειρά ιδρυμάτων έχει κατά καιρούς συνεργαστεί ή συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα από κοινού με Ισραηλινά πανεπιστήμια και θεσμούς, καθώς και με βιομηχανίες πολέμου όπως την Intracom.
Ταυτόχρονα, ο απροκάλυπτα ταξικός χαρακτήρας των μέτρων που έχουν επιβληθεί το τελευταίο διάστημα (ΕΒΕ που άφησε εκτός πανεπιστημίων δεκάδες χιλιάδες μαθητών/-τριών, διαγραφές, περιορισμοί και υποβάθμιση των φοιτητικών παροχών) εν μέσω της ευρύτερης κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής συνθήκης την οποία βιώνουμε αμφισβητεί ακόμα και την ίδια τη δυνατότητα των πιο πληττώμενων ταξικά στρωμάτων να εισαχθούν στα πανεπιστήμια και να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Έτσι, γίνεται όλο και εμφανέστερο το πως οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ, το Κράτος και το Κεφάλαιο προσπαθούν να περιορίσουν τη διασπορά της γνώσης και της επιστήμης στα πληβειακά στρώματα της κοινωνίας, και εγκολπώνοντας τις εντός τους να τις χρησιμοποιούν ως ένα όπλο για τη διαιώνιση της κυριαρχίας τους.
Η ειδική συνθήκη που αφορά που αφορά τα πανεπιστήμια είναι ο ιδιαίτερος ρόλος τους ως χώροι ασύλου οι οποίοι έχουν καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης αποτελέσει τόσο χώρους πολιτικής σκέψης και δράσης, στεγάζοντας ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια εντός τους που δε βρήκαν χώρο στην καθεστωτική πολιτική σκηνή (εργάτες, νεολαίους, μετανάστριες) όσο και ορμητήρια αγώνων που έθεσαν τον ίδιο τον κόσμο του κράτους και του καπιταλισμού στο στόχαστρο, δίνοντας σάρκα και οστά σε επαναστατικές ιδέες και πρακτικές, που αποδεικνύουν πως πράγματι ένας άλλος κόσμος, βασισμένος στις αρχές της αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας και της ισότητας είναι εφικτός -αρκεί εμείς να τον οικοδομήσουμε συλλογικά. Η επίθεση αυτή λοιπόν έχει ένα πολύ βαθύτερο αίτιο, την επίθεση στα θεμέλια των κοινωνικών αντιστάσεων και κινημάτων, αλλοτριώνοντας το ρόλο που έχει παίξει το πανεπιστήμιο στην σύγχρονη ιστορία των αγώνων ως το σπίτι των απανταχού αγωνιζόμενων, και να το μετατρέψει σε έναν χώρο ξένο, αποστειρωμένο και ουδέτερο.
Η συμβολή των αναρχικών και των εργαλείων πάλης τους αποτέλεσε, σε πολλά κρίσιμα γεγονότα του φοιτητικού κινήματος, την αναγκαία σπίθα για το ξέσπασμα μεγάλων αγώνων και κατακτήσεων ενάντια στο Κράτος και το Κεφάλαιο. Το φοιτητικό κίνημα του 2006-2007, το οποίο εκδηλώθηκε με μαζικές συγκρουσιακές πορείες και καταλήψεις, ενάντια στην κατάργηση του άρθρου 16 και την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, αποτέλεσε πεδίο μαζικής παρέμβασης και επιρροής των αναρχικών. Αποκορύφωμα αυτού του αγώνα υπήρξε η συγκρουσιακή πορεία της 8ης Μάρτη του 2007, η οποία χτυπήθηκε άγρια από την καταστολή, ακριβώς επειδή το φοιτητικό κίνημα, με μεγάλο καταλύτη την δράση των αναρχικών, επιδίωξε να κρατήσει την πλατεία Συντάγματος για ώρες, περνώντας σε μια σαφώς πιο επιθετική κίνηση, σε αντίθεση με την λογική προηγούμενων κινητοποιήσεων. Συνολικά το φοιτητικό κίνημα του 2006-2007 ξεπέρασε τα στενά όρια της νομιμότητας που επέβαλε η Αριστερά με διάφορους τρόπους, όπως η εξίσωση της κρατικής καταστολής με την δράση όσων αγωνιστών/-τριών επέλεξαν τη σύγκρουση, κάνοντας λόγο για “μειοψηφίες”, “μπάχαλους”, και “προβοκάτορες”. Έτσι, αυτή η περίοδος του φοιτητικού κινήματος, και γενικότερα των κοινωνικών και ταξικών αγώνων, μπόρεσε να αποτελέσει το έδαφος πάνω στο οποίο η κοινωνία θα στηριζόταν για την μεγάλη Εξέγερση του 2008.
Η επιθετικότητα της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης επιταχύνεται και οξύνεται σταθερά από το 2019, αφού το πέρασμα της σοσιαλδημοκρατίας από την κρατική εξουσία διέλυσε τις όποιες αντιστάσεις είχαν αναπτυχθεί, οδηγώντας πολύ κόσμο στην ηττοπάθεια. Με το έδαφος προετοιμασμένο από τους καπηλευτές των κινημάτων, η ακροδεξιά μπόρεσε να προχωρήσει τους σχεδιασμούς της για την καταστολή όσων είχαν απομείνει στους δρόμους και στα κινήματα. Η κατάργηση του ασύλου υπήρξε μια πρώτη κίνηση, με την νέα κανονικότητα να χαρακτηρίζεται από αστυνομικές εφόδους εντός των πανεπιστημίων, εκκενώσεις καταλήψεων, απαγόρευση εκδηλώσεων. Επόμενο βήμα αποτέλεσε ο νόμος 4777 το 2021, ο οποίος θεσμοθέτησε μια σειρά αντιδραστικών μέτρων, όπως η πανεπιστημιακή αστυνομία, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, το ανώτατο όριο φοίτησης, την ελεγχόμενη είσοδο στα ιδρύματα. Στο μέτρο που του ήταν δυνατό, το οργανωμένο αναρχικό κίνημα μπόρεσε να δώσει μάχες και να αντισταθεί στην εφαρμογή μιας σειράς μέτρων του νόμου, σε μια δύσκολη περίοδο για τους αγώνες, όπως ήταν αυτή της πανδημίας του COVID. Ο αγώνας των σπουδαστών/-τριών των καλλιτεχνικών και δραματικών σχολών ενάντια στο ΠΔ85 το 2023 χρησιμοποίησε μια σειρά από τα αναρχικά μέσα πάλης, αποκτώντας τα χαρακτηριστικά ενός αδιαμεσολάβητου, αυτοοργανωμένου κινήματος. Από τις καταλήψεις θεάτρων και σχολών σε όλη τη χώρα, με διαδικασίες στις οποίες οι ίδιοι οι σπουδαστές/-τριες μπορούσαν να οργανώσουν και να σχεδιάσουν τους αγώνες τους, μέχρι τις συνεχείς κεντρικές κινητοποιήσεις, ακόμη και μετά την εφαρμογή του ΠΔ85, η συμβολή των αναρχικών και των μέσων πάλης τους υπήρξε κεντρικής σημασίας, ώστε οι δρόμοι να είναι ανοιχτοί για το κίνημα, με αποτέλεσμα το ακόμη μεγαλύτερο ξέσπασμα της λαϊκής οργής μετά το κρατικό-καπιταλιστικό έγκλημα των Τεμπών στις 28/2 του 2023.
Το φοιτητικό κίνημα του 2024 σε πολλά του σημεία ανέδειξε, όχι μόνο την οξύτητα της κρατικής-καπιταλιστικής επέλασης στα πανεπιστήμια και τα επίπεδα στα οποία η καταστολή μπορεί να φτάσει για την πάταξη των αντιστάσεων, αλλά και την αφομοίωση της ίδιας της ήττας και της υποχώρησης των τελευταίων ετών από το ίδιο το φοιτητικό κίνημα. Η Αριστερά, με την προσκόλλησή της στην αστική νομιμότητα, την συμβολική διαμαρτυρία, και τον σχεδιασμό της για κάθετο έλεγχο των κινημάτων, μπόρεσε να περιορίσει έναν αγώνα ο οποίος πράγματι είχε την δυναμική για μια ανυποχώρητη, οργανωμένη με όρους βάσης, ριξιακή με το υπάρχον σύστημα καταπίεσης πάλη του φοιτητικού κινήματος. Έτσι, παρά τις καταλήψεις, τις γενικές συνελεύσεις, και τις κεντρικές πορείες που πραγματοποιούνταν εβδομαδιαία, οι ίδιοι οι φοιτητές/-τριες δεν μπόρεσαν να εμπλακούν ουσιαστικά και να μαζικοποιήσουν τον αγώνα, οι κινητοποιήσεις δεν έλαβαν συγκρουσιακό χαρακτήρα, παρά αυτο-περιορίστηκαν στην νομιμότητα του Κράτους, ενώ οι καταλήψεις περισσότερο λειτουργούσαν ως μέσο διαπάλης ανάμεσα στα συμφέροντα των αριστερών παρατάξεων, παρά ως εστίες αγώνα και αναβρασμού.
Η αποτυχία του φοιτητικού κινήματος ενάντια στη ψήφιση του νόμου “Ελεύθερο Πανεπιστήμιο” οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου κατασταλτική επίθεση στα πανεπιστήμια και στους αγωνιζόμενους/ες εντός τους, η οποία συνεχίζεται και κλιμακώνεται ασταμάτητα μέχρι σήμερα. Η συνθήκη που ζούμε μέσα στα πανεπιστήμια έχει επιβληθεί μέσα από τόνους χημικών, αλλεπάλληλες αστυνομικές εισβολές στο άσυλο, εκκενώσεις κατειλημμένων χώρων αγώνα, μαζικές συλλήψεις και καταδίκες αγωνιστών/-τριών από τη αστική δικαιοσύνη. Σημείο σταθμό αυτής της διαδικασίας θεωρούμε τη σύλληψη του συντρόφου μας Ζ.Μ. κάτω από το σπίτι του, για τη φερόμενη συμμετοχή του σε παρέμβαση στο ΕΜΠ ενάντια στη συνεργασία του ιδρύματος με την Intracom Defense, έπειτα από μήνυση του Πρύτανη Χατζηγεωργίου και καθ’ υπόδειξη του Κοσμήτορα των ΗΜΜΥ Τσανάκα, και την καταδίκη του σε 14 μήνες φυλάκιση χωρίς αναστολή.
Το μάθημα που μπορούμε να λάβουμε από την ήττα του φοιτητικού κινήματος του 2024 ενάντια στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ως αναρχικοί/-ές φοιτητές/-τριες, δεν είναι παρά αυτό της δικής μας οργάνωσης, μαζικοποίησης, και στήριξης του δικού μας αγώνα μέσα στα πανεπιστήμια. Οφείλουμε να βρούμε μεθόδους για να ορίζουμε εμείς τη στοχοθεσία του κινήματος μέσα από διαδικασίες οριζόντιες και από τα κάτω. Χωρίς έναν αναρχικό/ελευθεριακό/αντιεξουσιαστικό πόλο, ισχυρό να αντιπαλέψει την ηττοπάθεια, τον αυτοπεριορισμό, και τον έλεγχο της Αριστεράς εντός των σχολών, δεν μπορούμε να ελπίζουμε για ένα φοιτητικό κίνημα το οποίο, όχι μόνο θα μπορεί να αμυνθεί ενάντια στην επίθεση Κράτους και Κεφαλαίου, αλλά και να οδηγηθεί σε νέες κατακτήσεις, συνδεόμενο με άλλους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες, ερχόμενο σε πλήρη ρίξη με την Εξουσία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο τομής συνολικά για τους κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες. Το φοιτητικό κίνημα βρίσκεται από την μία απέναντι κατασταλτική αναβάθμιση του Κράτους, ενώ παράλληλα γίνεται δέκτης των συνολικότερων νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων μέσα στα πανεπιστήμια, με την Συνταγματική Αναθεώρηση να έρχεται ως το επιστέγασμα για να ολοκληρώσει ένα σχέδιο του Κράτους και του Κεφαλαίου που εκπονείται εδώ και δεκαετίες.
Μπροστά σε αυτή τη συγκυρία δε πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. Το Άρθρο 16 του Συντάγματος, καθώς και ευρύτερα οι διάφοροι νόμοι που γράφονται ή διαγράφονται, που ψηφίζονται ή καταργούνται δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια θεσμική αποτύπωση των συσχετισμών δύναμης του Κράτους και του Κεφαλαίου από τη μια και των Κοινωνικών Κινημάτων από την άλλη, μια έκφραση της υποχώρησης ή της προώθησης των αντιμαχόμενων πλευρών στον Κοινωνικό και τον Ταξικό πόλεμο. Υπερασπιζόμενοι/-ες το Άρθρο 16 ενάντια σε προσπάθειες αναθεώρησης ή παράκαμψης οι αναρχικοί/-ες ανά τα χρόνια δεν πάλεψαν για καμιά “νομιμότητα”, “θεσμικότητα”, ή “συνταγματικότητα”, όπως διαβάζουμε ή θα διαβάσουμε σύντομα σε αριστερίστικες προκηρύξεις° υπερασπίστηκαν τα κεκτημένα αγώνων δεκαετιών, αγώνων που ήρθαν αντιμέτωποι με τόνους χημικών, ξύλο, εισβολές στο άσυλο και δικογραφίες. Γιατί αν θέλουμε σε καιρούς εντάσεων και αναβρασμού να κάνουμε βήματα μπροστά απέναντι στους δυνάστες μας, θα πρέπει σε καιρούς ύφεσης και νηνεμίας να μη κάνουμε ούτε βήμα πίσω.
Η δημιουργία ελεύθερων υποκειμένων - ελεύθερων να δράσουν για το συλλογικό καλό της κοινωνίας και να αντιδράσουν απέναντι στην αδικία - προϋποθέτει ένα άλλο είδους παιδείας. Μιας παιδείας βασισμένης στα προτάγματα της ελευθεριακής εκπαίδευσης. Αντιλαμβανόμαστε ότι τα κρατικά πανεπιστήμια και η συγκυρία στην οποία τοποθετούμαστε δεν ευνοούν ώστε να υλοποιηθεί το όραμα για την ιδανική παιδεία που έχουμε. Δεν γίνεται όμως να βγάλουμε τα πανεπιστήμια έξω από το κάδρο όταν μιλάμε για ένα άλλο παράδειγμα κοινωνίας, ειδικά όταν μέσα από τα σημερινά πανεπιστήμια παράγεται έρευνα που τροφοδοτεί την πολεμική βιομηχανία και σκορπά τον θάνατο.
​Είναι αναγκαίο να οργανωθούμε, όχι μονάχα για να αντισταθούμε στις θανατοπολιτικές που σαρώνουν μπροστά μας, αλλά και να δημιουργήσουμε τις δομές που θα προοικονομούν τον κόσμο για τον οποίον παλεύουμε. Αυτόν της αναρχίας και του ελευθεριακού κομμουνισμού.

ΑΣΥΛΟ ΑΓΩΝΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΩΝ ΠΡΥΤΑΝΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ
ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΕΣΤΙΕΣ ΑΓΩΝΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΟΙ ΣΧΟΛΕΣ

Πρωτοβουλία Αναρχικών Φοιτητών/-τριών Αθήνας
Αναρχική Συνέλευση Φοιτητ(ρι)ών Quieta Movere